Η κατασκευή του Benju (Μπέντζου) αποτελεί ένα κορυφαίο παράδειγμα λαϊκής εφευρετικότητας. Είναι
ένα όργανο που «γεννήθηκε» από τον μετασχηματισμό ενός ιαπωνικού παιχνιδιού σε ένα πανίσχυρο μέσο έκφρασης της μπαλουχικής ψυχής.
ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΑ ΥΛΙΚΑ
Το Σώμα (Αντηχείο): Με μήκος περίπου 1 μέτρο και στενόμακρο σχήμα, κατασκευάζεται από ποιοτικά ξύλα όπως ο κέδρος των Ιμαλαΐων (ντεοντάρ) ή η μουριά. Το εσωτερικό του σκάβεται προσεκτικά για να προσφέρει τον απαραίτητο όγκο στον ήχο.
Το "Πληκτρολόγιο": Το πιο χαρακτηριστικό του σημείο. Αποτελείται από 29 έως 32 μεταλλικά
πλήκτρα που θυμίζουν πλήκτρα παλιάς γραφομηχανής. Η πίεσή τους αλλάζει το μήκος της χορδής, επιτρέποντας στον μουσικό να καλύψει πάνω από δύο οκτάβες.Οι 6 Μεταλλικές Χορδές: * Δύο εξωτερικές χορδές λειτουργούν ως "ισοκράτες" (drone), διατηρώντας τον σταθερό ρυθμικό παλμό.
Τέσσερις κεντρικές χορδές είναι οι μελωδικές, οι οποίες ελέγχονται από τα πλήκτρα.
ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ
Η προσαρμοστικότητα του οργάνου είναι παροιμιώδης. Σύγχρονοι δεξιοτέχνες, όπως ο NOOR BAKHSH, ενσωματώνουν ηλεκτρικούς μαγνήτες (pickups) για να ενισχύουν τον ήχο τους, χρησιμοποιώντας συχνά αυτοσχέδιες πηγές ενέργειας, ακόμα και μπαταρίες μοτοσικλέτας, για να μπορούν να παίζουν σε κάθε γωνιά της ερήμου.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ ΜΟΥΣΙΚΟΥ
Ο τρόπος παιξίματος απαιτεί απόλυτο συντονισμό:
Το όργανο τοποθετείται οριζόντια στα γόνατα.
Το αριστερό χέρι κινείται με ταχύτητα πάνω στα πλήκτρα για τη μελωδία.
Το δεξί χέρι χτυπά τις χορδές με μια πένα (πλήκτρο) από ξύλο ή πλαστικό, δίνοντας τον ρυθμό.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ ΣΤΟ ΜΠΑΛΟΧΙΣΤΑΝ
Η ιστορία του είναι συναρπαστική: η βάση του είναι το ιαπωνικό Taishogoto, το οποίο έφτασε στην περιοχή ως παιδικό παιχνίδι στις αρχές του 20ού αιώνα. Ήταν η ιδιοφυΐα ντόπιων τεχνιτών, όπως ο GUL MUHAMMAD BALOCH το 1919, που το τροποποίησαν ριζικά, μετατρέποντάς το από ένα απλό αντικείμενο σε ένα σοφιστικέ μουσικό όργανο ικανό να αποδώσει τους περίπλοκους τοπικούς σκοπούς.Για να ολοκληρώσουμε την παρουσίαση της κατασκευής του BENJU, ας εμβαθύνουμε στις τεχνικές λεπτομέρειες που το καθιστούν ένα θαύμα λαϊκής μηχανικής. Η κατασκευή του απαιτεί ακρίβεια χιλιοστού, καθώς ο συνδυασμός ξύλου και μετάλλου πρέπει να λειτουργεί σε απόλυτη αρμονία.
ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ
1. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΙ Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ
Το σώμα δεν είναι απλώς ένα κουτί, αλλά ένας αντηχητικός θάλαμος.
Deodar (Κέδρος): Επιλέγεται για την ικανότητά του να αντέχει στις ακραίες αλλαγές υγρασίας και θερμοκρασίας της ερήμου, ενώ προσφέρει «ζεστό» ήχο.
Σκάψιμο: Το εσωτερικό σκάβεται με παραδοσιακά σκαρπέλα, αφήνοντας τα τοιχώματα σε συγκεκριμένο πάχος (συνήθως 3-5 χιλιοστά) για να εξασφαλιστεί η βέλτιστη αντήχηση χωρίς να διακυβεύεται η στιβαρότητα.
2. Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΛΗΚΤΡΩΝ (KEYBOARD ASSEMBLY)
Αυτή είναι η καρδιά του οργάνου.
Μεταλλικά Στελέχη: Κάθε πλήκτρο συνδέεται με ένα μεταλλικό στέλεχος. Στο κάτω μέρος του στελέχους υπάρχει μια «γέφυρα» (fret) που, όταν πιέζεται, πατάει τη χορδή πάνω σε ένα σταθερό μεταλλικό σημείο (fretboard).
Ελατήρια Επαναφοράς: Κάτω από τα πλήκτρα υπάρχουν μικρά ελατήρια που εξασφαλίζουν ότι το πλήκτρο θα επιστρέψει αμέσως στην αρχική του θέση, επιτρέποντας στον μουσικό να παίζει γρήγορες νότες (staccato).
3. ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ
Η διάταξη των 6 χορδών ακολουθεί μια συγκεκριμένη ιεραρχία:
Zubaan (1η & 2η): Είναι οι πιο λεπτές χορδές από ατσάλι. Είναι οι μόνες που έρχονται σε επαφή με τα πλήκτρα.
Jori / Drone (3η & 4η): Κουρδίζονται συνήθως στην τονική (Sa). Παρέχουν τον συνεχή ήχο που χαρακτηρίζει την ανατολίτικη μουσική.
Bam (5η & 6η): Είναι πιο παχιές χορδές που κουρδίζονται σε χαμηλότερες οκτάβες (συνήθως στην 5η νότα, Pa), δίνοντας βάθος και όγκο στο σύνολο.
4. ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΚΑΙ ΜΑΓΝΗΤΕΣ
Η μετατροπή σε ηλεκτρικό όργανο γίνεται με την προσθήκη Single Coil Pickups (παρόμοιων με αυτούς της ηλεκτρικής κιθάρας).
Τοποθέτηση: Ο μαγνήτης τοποθετείται ακριβώς πριν τη γέφυρα (bridge) για να συλλαμβάνει τη μέγιστη δόνηση των χορδών.
Custom Συνδέσεις: Συχνά οι οπές για τα βύσματα (jacks) και τα ποτενσιόμετρα έντασης (volume knobs) ανοίγονται με το χέρι στο πλάι του ξύλινου σώματος.
Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ: ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΣΤΟ ΟΡΓΑΝΟ
Η μετάβαση από το ιαπωνικό Taishogoto στο Benju δεν ήταν απλή αντιγραφή, αλλά μια πλήρης επανασχεδίαση. Οι Μπαλούχοι τεχνίτες:
Αύξησαν το μέγεθος: Για να δώσουν περισσότερο όγκο στον ήχο.
Άλλαξαν το κούρδισμα: Για να ταιριάζει στις τοπικές κλίμακες (Maqams).
Πρόσθεσαν χορδές: Οι αρχικές 2-3 χορδές του ιαπωνικού μοντέλου έγιναν 6, για να καλυφθεί η ανάγκη για ισοκράτες.
Fun Fact: Η ονομασία "Benju" πιστεύεται ότι προέρχεται από την παραφθορά της λέξης "Banjo", αν και τα δύο όργανα δεν έχουν καμία δομική συγγένεια.Η μετάλλαξη του ιαπωνικού Taishogoto στο μπαλουχικό Benju είναι μια ιστορία πολιτισμικής οικειοποίησης. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα απλό, σχεδόν παιδικό όργανο με 2-3 χορδές, στα χέρια των τεχνιτών του Μπαλοχιστάν έγινε ένα σύνθετο πολυφωνικό εργαλείο.
ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΜΑ (TUNING): Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
Το κούρδισμα είναι αυτό που δίνει στο Benju τη δυνατότητα να παίζει από παραδοσιακά μπαλουχικά τραγούδια μέχρι αραβικούς και ινδικούς σκοπούς. Αντίθετα με το δυτικό κούρδισμα, εδώ η λογική βασίζεται στην Τονική (Sa) και την Πέμπτη (Pa).
Η Διάταξη των 6 Χορδών:
Zubaan (Η Γλώσσα - 1η & 2η χορδή): Είναι οι χορδές της μελωδίας. Κουρδίζονται στην ίδια νότα (Unison), συνήθως σε Ντο (C) ή Ρε (D), ανάλογα με τη φωνή του τραγουδιστή. Αυτές είναι οι μοναδικές χορδές που "πατάνε" τα πλήκτρα.
Jori (Το Ζευγάρι - 3η & 4η χορδή): Λειτουργούν ως οι βασικοί ισοκράτες. Κουρδίζονται επίσης στην Τονική (Sa), αλλά συχνά μια οκτάβα χαμηλότερα από τη Zubaan, προσφέροντας ένα σταθερό ηχητικό στρώμα.
Bam (Το Μπάσο - 5η & 6η χορδή): Αυτές οι χορδές δίνουν το βάθος. Κουρδίζονται συνήθως στην Πέμπτη (Pa), δηλαδή μια πέμπτη πάνω ή κάτω από την κεντρική νότα. Αυτός ο συνδυασμός (Τονική - Πέμπτη) δημιουργεί έναν ήχο που γεμίζει τον χώρο, θυμίζοντας την ατμόσφαιρα της Tanpura στην ινδική μουσική.
ΓΙΑΤΙ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ "BENJU";
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ετυμολογική σύγχυση γύρω από το όνομα, καθώς το όργανο δεν έχει καμία κατασκευαστική σχέση με το αμερικανικό Banjo.
Η Θεωρία της Παραφθοράς: Όταν το ιαπωνικό Taishogoto έφτασε στα λιμάνια του Μπαλοχιστάν και του Καράτσι, οι ντόπιοι το είδαν ως ένα έγχορδο όργανο που παίζεται με πένα. Η λέξη Banjo ήταν ήδη διεθνώς γνωστή μέσω των βρετανικών επιρροών. Οι ντόπιοι "υιοθέτησαν" το όνομα, παραφθείροντάς το σε Benju.
Η Σύνδεση με το Bulbul Tarang: Στην Ινδία, το ίδιο όργανο ονομάζεται Bulbul Tarang (Τα κύματα του αηδονιού). Ωστόσο, στο Μπαλοχιστάν η ονομασία Benju επικράτησε, ίσως για να τονιστεί η μοναδικότητα των τροποποιήσεων που έκαναν οι δικοί τους τεχνίτες (περισσότερες χορδές, μεγαλύτερο σώμα).
ΤΕΧΝΙΚΗ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ: "ZANGESHAHI STYLE"
Στο κούρδισμα που χρησιμοποιεί ο NOOR BAKHSH (από τη γενιά των Zangeshahi), υπάρχει μια ιδιαιτερότητα:
"Στη μέση έχω μόνο μία χορδή zubaan, οπότε το όργανο μου έχει 5 χορδές συνολικά. Αυτή η μία χορδή είναι η γλώσσα που μιλάει. Οι άλλες δύο που ονομάζω επίσης zubaans είναι κουρδισμένες στην Τονική (Sa), ενώ οι δύο Bam είναι κουρδισμένες στην Πέμπτη (Pa)."
Αυτή η παραλλαγή επιτρέπει στον Noor Bakhsh να έχει πιο καθαρό ήχο στη μελωδία, αποφεύγοντας το "μουρμούρισμα" που δημιουργούν οι δύο παράλληλες μελωδικές χορδές, δίνοντας έμφαση στην ταχύτητα και την ευκρίνεια των νοτών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου