ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Το djembe δεν είναι απλώς ένα κρουστό μουσικό όργανο· είναι ένα σύμβολο της κοινωνικής συνοχής, της πνευματικότητας και της ιστορίας της Δυτικής Αφρικής. Οι ρίζες του εντοπίζονται στην Αυτοκρατορία του
Μάλι (Mali Empire), η οποία ήκμασε από τον 13ο έως τον 16ο αιώνα, καλύπτοντας περιοχές που σήμερα ανήκουν στη Γουινέα, το Μάλι, τη Σενεγάλη και την Ακτή Ελεφαντοστού. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση των λαών Mandinka (ή Manding), η εφεύρεση του djembe αποδίδεται στην κάστα των σιδηρουργών, γνωστών ως Numu. Οι Numu ήταν οι φύλακες των μυστικών της φωτιάς και του μετάλλου, αλλά και οι ειδικοί στη λάξευση του ξύλου, γεγονός που τους καθιστούσε τους μοναδικούς ικανούς να κατασκευάσουν ένα όργανο με τέτοια ακουστική ακρίβεια.
Η ονομασία "djembe" προέρχεται από τη φράση των λαών Bamana "Anke djé, anke bé", που μεταφράζεται ως "Όλοι μαζί σε ειρήνη". Αυτό υποδηλώνει τον πρωταρχικό σκοπό του οργάνου: να συγκεντρώνει την κοινότητα για γιορτές, τελετές ενηλικίωσης, γάμους και θρησκευτικές ιεροτελεστίες. Στην παραδοσιακή αφρικανική κοινωνία, το djembe θεωρείται ότι κατέχει τρία πνεύματα: το πνεύμα του δέντρου από το οποίο σκαλίστηκε, το πνεύμα του ζώου που πρόσφερε το δέρμα του και το πνεύμα του κατασκευαστή που του
έδωσε ζωή.Ιστορικά, το djembe παρέμεινε κλειστό εντός των ορίων της Δυτικής Αφρικής για αιώνες. Η παγκόσμια εξάπλωσή του ξεκίνησε μόλις τη δεκαετία του 1950, κυρίως μέσω του Fodeba Keita και των "Les Ballets Africains" της Γουινέας, που έφεραν τους ήχους της πατρίδας τους στις σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής. Από τότε, το djembe έχει γίνει το πιο δημοφιλές αφρικανικό όργανο παγκοσμίως, διατηρώντας όμως πάντα την ιερή του καταγωγή.
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ: Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ ΚΑΙ Η ΛΑΞΕΥΣΗ
Η κατασκευή ενός djembe ξεκινά πολύ πριν το πρώτο χτύπημα της σμίλης. Ο παραδοσιακός οργανοποιός επιλέγει το δέντρο με βάση την ηλικία και την υγεία του. Τα προτιμώμενα είδη είναι σκληρά ξύλα που αντέχουν στην τεράστια πίεση των χορδών, όπως το Lenke (Afzelia africana), το Doukoura (Cordyla africana) και το Mahogani (Khaya senegalensis). Το Lenke θεωρείται το "πνευματικό" ξύλο, καθώς πιστεύεται ότι προσφέρει την καλύτερη ενέργεια και τον πιο καθαρό ήχο.
Η Κοπή και η Προετοιμασία: Αφού κοπεί ο κορμός, ο τεχνίτης τον χωρίζει σε τμήματα που αντιστοιχούν στο μέγεθος του τυμπάνου. Το ξύλο πρέπει να είναι ακόμα σχετικά "χλωρό" για να μπορεί να σκαλιστεί ευκολότερα, αλλά ταυτόχρονα απαιτείται προσοχή ώστε να μην ραγίσει κατά την ξήρανση.
Η Εξωτερική Λάξευση: Χρησιμοποιώντας ένα παραδοσιακό εργαλείο που ονομάζεται adze (ένα είδος τσεκουριού με κάθετη λάμα), ο κατασκευαστής δίνει στο ξύλο το χαρακτηριστικό σχήμα του "ποτηριού" (goblet). Αυτό το σχήμα δεν είναι τυχαίο. Το επάνω μέρος (το μπολ) λειτουργεί ως αντηχείο, ενώ το κάτω μέρος (το πόδι) επιτρέπει στον ήχο να διαφεύγει και να ενισχύεται από το έδαφος.
Η Εσωτερική Λάξευση: Αυτό είναι το πιο κρίσιμο στάδιο για την ακουστική. Ο τεχνίτης αδειάζει το εσωτερικό του κορμού, φροντίζοντας τα τοιχώματα να έχουν ομοιόμορφο πάχος. Ένα πολύ λεπτό τοίχωμα μπορεί να σπάσει, ενώ ένα πολύ παχύ θα κάνει τον ήχο "πνιχτό". Στο εσωτερικό του μπολ, πολλοί κατασκευαστές σκαλίζουν σπειροειδείς αυλακώσεις. Αυτές οι αυλακώσεις βοηθούν στη διάχυση των ηχητικών κυμάτων, μειώνοντας τις ανεπιθύμητες αντηχήσεις και προσφέροντας πιο κοφτά "slaps" και βαθιά "bass".
Η Λείανση και η Προστασία: Μετά τη λάξευση, το σκάφος λειαίνεται σχολαστικά. Στη συνέχεια, αλείφεται με φυσικά λάδια (όπως βούτυρο καριτέ ή λινέλαιο) για να προστατευτεί το ξύλο από την ξηρασία και τα έντομα, αλλά και για να αναδειχθούν τα φυσικά "νερά" του ξύλου. Σε αυτό το στάδιο, το σώμα του τυμπάνου αφήνεται να στεγνώσει αργά σε σκιερό μέρος, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει από μερικές εβδομάδες έως μήνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου