Σάββατο 4 Απριλίου 2026

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟΥΤΟ

 


Η ιστορία και η κατασκευή του ελληνικού λαούτου αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα και γοητευτικά κεφάλαια της παγκόσμιας οργανοποιίας καθώς το όργανο αυτό αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην αρχαία ελληνική πανδουρίδα και τα σύγχρονα έγχορδα της Μεσογείου. Η καταγωγή του λαούτου ανιχνεύεται στην αρχαιοελληνική πανδούρα η οποία κατά τους βυζαντινούς χρόνους μετεξελίχθηκε στο πανδουρίδιο και τον ταμπουρά ενώ η σημερινή του μορφή διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρά διαδικασία αλληλεπίδρασης με το αραβικό ούτι και το δυτικό αναγεννησιακό λαούτο. Στην Ελλάδα το λαούτο απέκτησε μοναδικά χαρακτηριστικά όπως ο μακρύτερος βραχίονας και τα σταθερά μεταλλικά τάστα στοιχεία που του επέτρεψαν να αποδίδει με μεγαλύτερη ένταση και λαμπρότητα τον ήχο που απαιτούσαν τα ανοιχτά πανηγύρια και οι παραδοσιακές ζυγιές δίπλα στο κλαρίνο ή το βιολί.

Η κατασκευή του οργάνου ξεκινά από το σκάφος το οποίο ονομάζεται χαρακτηριστικά καράβι λόγω της ναυπηγικής του πολυπλοκότητας και αποτελείται από είκοσι πέντε έως σαράντα πέντε λεπτές ξύλινες λωρίδες τις δούγες. Οι δούγες αυτές κατασκευάζονται συνήθως από σκληρή ξυλεία σφενδάμου καρυδιάς ή παλίσανδρου και λυγίζονται με τη χρήση ατμού πάνω σε ειδικά καλούπια πριν κολληθούν μεταξύ τους με παραδοσιακή ψαρόκολλα η οποία προσφέρει κρυσταλλική ένωση και άριστη μεταφορά των ηχητικών κυμάτων. Το καπάκι του λαούτου είναι το σημαντικότερο τμήμα για την παραγωγή του ήχου και επιλέγεται από έλατο υψηλής ποιότητας με πυκνά και ίσια νερά ενώ στην καρδιά του φέρει την περίτεχνη σκαλιστή ροζέτα η οποία λειτουργεί ως ακουστικό φίλτρο και διακοσμητική υπογραφή του οργανοποιού.

Εσωτερικά το καπάκι ενισχύεται από τα καμάρια λεπτά πηχάκια που στηρίζουν τη δομή του και καθορίζουν τον τελικό συντονισμό του οργάνου μέσω μιας διαδικασίας που απαιτεί εμπειρία δεκαετιών από τον τεχνίτη. Ο βραχίονας ή μάνικο κατασκευάζεται με εσωτερικές ενισχύσεις από έβενο για να ανθίσταται στις μεγάλες τάσεις των οκτώ μεταλλικών χορδών οι οποίες κουρδίζονται σε διπλές σειρές. Στην ελληνική παράδοση συναντάμε τρεις βασικούς τύπους λαούτου το στεριανό που κυριαρχεί στην ηπειρωτική Ελλάδα το κρητικό που διακρίνεται για το μεγαλύτερο μέγεθος και το οξύ κούρδισμά του και το νησιώτικο που συνοδεύει τα βιολιά του Αιγαίου. Η τέχνη της οργανοποιίας του λαούτου παραμένει μια ζωντανή παράδοση που απαιτεί τον απόλυτο σεβασμό στις ιδιότητες των φυσικών υλικών και τη βαθιά γνώση της μουσικής ιστορίας του τόπου μας.



Η ιστορική διαδρομή του ελληνικού λαούτου ξεκινά από τα βάθη της αρχαιότητας και συγκεκριμένα από το όργανο που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν πανδούρα ή πανδουρίδα το οποίο αποτελεί τον πρώτο άμεσο πρόγονο όλων των νυκτών οργάνων με βραχίονα στην Ευρώπη. Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες είναι αδιαμφισβήτητες με σημαντικότερη την ανάγλυφη πλάκα της Μαντίνειας που χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.Χ. και απεικονίζει μια Μούσα να κρατά ένα όργανο με μικρό ηχείο και μακρύ λαιμό πάνω στον οποίο υπάρχουν σημάδια για τις νότες προάγγελοι των σημερινών τάστων. Η πανδούρα διέφερε ριζικά από τη λύρα και την κιθάρα της εποχής καθώς επέτρεπε στον μουσικό να παράγει πολλές νότες σε μία μόνο χορδή πιέζοντάς την πάνω στο ξύλο μια τεχνική καινοτομία που άλλαξε τη δομή της ελληνικής μουσικής προσφέροντας μεγαλύτερη μελωδική ελευθερία.

Περνώντας στη βυζαντινή περίοδο η πανδούρα μετεξελίσσεται στο πανδουρίδιο και τον ταμπουρά καταλαμβάνοντας κεντρική θέση τόσο στην κοσμική όσο και στην ακριτική ζωή της αυτοκρατορίας. Στα βυζαντινά χειρόγραφα και τις τοιχογραφίες ναών συναντάμε συχνά απεικονίσεις μουσικών που κρατούν όργανα με αχλαδόσχημο σκάφος και μακρύ βραχίονα τα οποία οι πηγές ονομάζουν επίσης θαμπούρια ή φάνουρα. Η πιο εμβληματική αναφορά βρίσκεται στο έπος του Διγενή Ακρίτα όπου το όργανο αυτό αποτελεί το αχώριστο σύντροφο του ήρωα στις στιγμές της ανάπαυλας και του έρωτα αποδεικνύοντας ότι η τέχνη της οργανοποιίας και του παιξίματος ήταν πλήρως ενταγμένη στον βυζαντινό πολιτισμό. Κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή το όργανο αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερο ηχείο πλησιάζοντας μορφολογικά στο σημερινό λαούτο καθώς δέχεται επιρροές από το αραβικό ούτι που κυκλοφορούσε στην ευρύτερη λεκάνη της Μεσογείου.

Η μετάβαση από το βυζαντινό πανδουρίδιο στο νεότερο ελληνικό λαούτο ολοκληρώθηκε κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας όταν οι Έλληνες οργανοποιοί πάντρεψαν το μεγάλο σκάφος του ανατολικού ούτι με τον μακρύ λαιμό και τους δεσμούς του δυτικού λαούτου δημιουργώντας ένα όργανο με μοναδική ηχητική ταυτότητα. Αυτό το νέο υβρίδιο διατήρησε την ελληνική ονομασία λαούτο παρά την ετυμολογική ρίζα από το αραβικό αλ-ουντ ακριβώς επειδή η κατασκευή του και ο τρόπος παιξίματος με πένα παρέμειναν πιστά στην αρχαία και βυζαντινή παράδοση της πανδούρας. Έτσι το λαούτο που βλέπουμε σήμερα στα πανηγύρια της Κρήτης και της Στερεάς Ελλάδας δεν είναι ένα ξενόφερτο όργανο αλλά η φυσική εξέλιξη μιας μουσικής κληρονομιάς τριών χιλιάδων ετών που διασώθηκε μέσα από τη χειροτεχνία των μαστόρων και τη λαϊκή λατρεία για τον ήχο του ξύλου.Η περίοδος της Τουρκοκρατίας αποτελεί τον σταθμό όπου το ελληνικό λαούτο κρυσταλλώνει τη μορφή του και αποκτά τον ηγετικό ρόλο που κατέχει μέχρι σήμερα στην παραδοσιακή μας μουσική. Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η οργανοποιία στον ελλαδικό χώρο δέχτηκε καταιγισμό επιρροών από την Ανατολή αλλά και από τη Δύση κυρίως μέσω των Ενετοκρατούμενων περιοχών όπως η Κρήτη και τα Επτάνησα. Σε αυτή την ιστορική συγκυρία οι Έλληνες μάστορες της Κωνσταντινούπολης της Σμύρνης και των μεγάλων αστικών κέντρων πήραν το βαθύ αχλαδόσχημο σκάφος του αραβικού ούτι και το πάντρεψαν με τον μακρύ βραχίονα του βυζαντινού ταμπουρά δημιουργώντας ένα όργανο που μπορούσε να σταθεί επάξια δίπλα στα πνευστά της εποχής.

Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα το λαούτο καθιερώνεται ως το βασικό όργανο συνοδείας στις «ζυγιές» της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας αντικαθιστώντας σταδιακά παλαιότερα έγχορδα λόγω της μεγάλης ηχητικής του έντασης. Η χρήση των μεταλλικών χορδών αντί για τις εντέρινες και η προσθήκη σταθερών δεσμών ή τάστων πάνω στην ταστιέρα ήταν οι καθοριστικές αλλαγές που επέτρεψαν στο λαούτο να αποκτήσει τον λαμπρό και διαπεραστικό ήχο που ακούμε στα δημοτικά μας τραγούδια. Οι ιστορικές καταγραφές περιηγητών της εποχής περιγράφουν με θαυμασμό τους Έλληνες λαουτιέρηδες στα πανηγύρια και τους γάμους να κρατούν τον ρυθμό με πλούσια αρμονικά χτυπήματα χρησιμοποιώντας μεγάλες πένες από φτερό αετού ή γύπα μια παράδοση που διατηρήθηκε ζωντανή μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Η οργανοποιία κατά την Τουρκοκρατία βασίστηκε στην απόλυτη γνώση των φυσικών υλικών με τους τεχνίτες να επιλέγουν ξύλα μουριάς καρυδιάς και σφενδάμου τα οποία άφηναν να στεγνώσουν φυσικά για δεκαετίες πριν τα μετατρέψουν σε δούγες. Το λαούτο έγινε το σύμβολο της ελληνικής λεβεντιάς και της αντίστασης καθώς οι κλέφτες και οι αρματολοί στα βουνά συχνά είχαν μαζί τους μικρότερα λαούτα ή ταμπουράδες για να υμνούν τα κατορθώματά τους. Με την ανάπτυξη των μεγάλων οργανοποιείων στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου αιώνα το ελληνικό λαούτο τυποποιείται οριστικά στις διαστάσεις που γνωρίζουμε σήμερα φέροντας πάνω του τη σφραγίδα κορυφαίων μαστόρων που εξήγαγαν τα όργανά τους σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και την Αμερική.Σε ολόκληρο τον ελληνισμό, το λαούτο εμφανίζεται με τέσσερις βασικές μορφές, οι οποίες διαφοροποιούνται ανάλογα με το μέγεθος, το κούρδισμα, τον τρόπο παιξίματος και τον ρόλο τους μέσα στην παραδοσιακή ορχήστρα. Η εξέλιξη αυτών των ειδών έγινε με βάση τις ανάγκες της τοπικής μουσικής κάθε περιοχής, δημιουργώντας όργανα με ξεχωριστή ηχητική προσωπικότητα που καλύπτουν όλο το φάσμα από την Κύπρο και την Κρήτη μέχρι την Ήπειρο και την Κωνσταντινούπολη.Το στεριανό λαούτο είναι το πιο διαδεδομένο είδος στην ηπειρωτική Ελλάδα και αποτελεί τον πυρήνα της στεριανής ζυγιάς δίπλα στο κλαρίνο και το βιολί. Χαρακτηρίζεται από το μεγάλο αχλαδόσχημο σκάφος του και τον μακρύ βραχίονα με σταθερά μεταλλικά τάστα, ενώ κουρδίζεται σε πέμπτες (ΛΑ-ΡΕ-ΣΟΛ-ΝΤΟ). Ο ρόλος του είναι κυρίως ρυθμικός και αρμονικός, με τον παίχτη να χρησιμοποιεί την πένα για να δημιουργεί πλούσια και δυνατά «χτυπήματα» που δίνουν τον παλμό στον χορό, ενώ στην περιοχή της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας αναπτύχθηκε και μια σπουδαία σολιστική παράδοση.

Το κρητικό λαούτο είναι ο «γίγαντας» της οικογένειας, καθώς διαθέτει το μεγαλύτερο σκάφος και τον μακρύτερο βραχίονα, στοιχεία απαραίτητα για να παράγει τον όγκο και την ένταση που απαιτεί η συνοδεία της κρητικής λύρας. Η κύρια διαφορά του, πέρα από το μέγεθος, είναι το κούρδισμα (ΜΙ-ΛΑ-ΡΕ-ΣΟΛ), το οποίο είναι μια τετάρτη χαμηλότερα από το στεριανό, προσφέροντας έναν ήχο βαθύ και επιθετικό. Στην Κρήτη το λαούτο έχει αποκτήσει και έντονο σολιστικό χαρακτήρα, με τους λαουτιέρηδες να εκτελούν περίτεχνες μελωδίες και «γυρίσματα» που αναδεικνύουν τη δεξιοτεχνία τους.

Το νησιώτικο λαούτο συναντάται κυρίως στα νησιά του Αιγαίου και των Δωδεκανήσων και μορφολογικά μοιάζει πολύ με το στεριανό, αλλά διαφέρει στον τρόπο που κουρδίζεται και χρησιμοποιείται. Στα νησιά το κούρδισμα είναι συχνά πιο «πρίμο» για να ταιριάζει με τον ανάλαφρο ήχο του βιολιού και της τσαμπούνας, ενώ ο τρόπος παιξίματος είναι πιο λιτός και μελωδικός. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως στην Κάρπαθο ή την Κάσο, το λαούτο διατηρεί έναν πολύ αρχέγονο τρόπο συνοδείας που θυμίζει τις βυζαντινές καταβολές του οργάνου.

Το πολίτικο λαούτο ή λάφτα αποτελεί μια ιδιαίτερη κατηγορία που επιβίωσε κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία. Είναι μικρότερο σε μέγεθος από τα υπόλοιπα ελληνικά λαούτα και το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι δεν έχει σταθερά μεταλλικά τάστα, αλλά κινητούς δεσμούς (μπερντέδες) από έντερο ή πετονιά. Αυτό επιτρέπει στον μουσικό να αποδίδει τα «μόρια» της βυζαντινής και ανατολικής μουσικής, κάνοντας τη λάφτα το ιδανικό όργανο για το ρωμέικο αστικό τραγούδι της Πόλης. Τέλος, το κυπριακό λαούτο αποτελεί μια ενδιάμεση μορφή, πολύ κοντά στο νησιώτικο, που στην Κύπρο συνοδεύει πάντα το βιολί στις παραδοσιακές «φωνές» και τους κυπριακούς χορούς.Η κατασκευή του ελληνικού λαούτου είναι μια διαδικασία που συνδυάζει τη λεπτή ξυλουργική με τη γνώση της ακουστικής φυσικής. Παρόλο που τα τέσσερα είδη (Στεριανό, Κρητικό, Νησιώτικο και Λάφτα) διαφέρουν σε μέγεθος και κούρδισμα, η βασική δομή της κατασκευής τους ακολουθεί κοινά στάδια, με συγκεκριμένες τροποποιήσεις για κάθε τύπο.

Το Σκάφος ή «Καράβι»

Η δημιουργία του σκάφους είναι το πιο αναγνωρίσιμο στάδιο. Χρησιμοποιούνται από 25 έως 45 δούγες (λεπτές λωρίδες ξύλου), οι οποίες λυγίζονται με τη βοήθεια ατμού και θερμότητας πάνω σε ένα σταθερό καλούπι.

  • Στεριανό & Νησιώτικο: Χρησιμοποιούνται συνήθως δούγες από σφένδαμο (κελεμπέκι) ή καρυδιά. Το σκάφος είναι βαθύ και αχλαδόσχημο.

  • Κρητικό: Το καλούπι είναι μεγαλύτερο και το σκάφος πιο ογκώδες, για να αντέχει τις μεγάλες πιέσεις των χορδών και να παράγει δυνατό ήχο.

  • Λάφτα (Πολίτικο): Το σκάφος είναι αισθητά μικρότερο και πιο ελαφρύ, συχνά κατασκευασμένο από ελαφρύτερα ξύλα για πιο γλυκό και χαμηλόφωνο ήχο.

Το Καπάκι και η Ροζέτα

Το καπάκι είναι ο «πνεύμονας» του οργάνου και κατασκευάζεται από έλατο υψηλής ποιότητας. Το πάχος του κυμαίνεται από 2,2 έως 3 χιλιοστά, ανάλογα με το είδος του λαούτου.

  • Η Ροζέτα: Στο κέντρο του καπακιού σκαλίζεται η ροζέτα. Στο στεριανό και το κρητικό λαούτο, η ροζέτα είναι συνήθως ξύλινη και περίτεχνη, ενώ στη λάφτα μπορεί να είναι πιο απλή ή να ακολουθεί οθωμανικά πρότυπα σχεδίασης.

  • Τα Καμάρια: Στο εσωτερικό του καπακιού κολλιούνται οριζόντια πηχάκια (καμάρια). Ο αριθμός και η διάταξή τους καθορίζουν τη «φωνή» του οργάνου. Στο κρητικό λαούτο, τα καμάρια είναι πιο στιβαρά λόγω της υψηλής τάσης.

Ο Βραχίονας και η Ταστιέρα

Εδώ εντοπίζεται η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στα είδη.

  • Στεριανό, Κρητικό & Νησιώτικο: Διαθέτουν σταθερά μεταλλικά τάστα (δεσμούς) από νικέλιο ή αλπακά. Το μάνικο του κρητικού είναι το μακρύτερο όλων, φτάνοντας τα 72 εκατοστά κλίμακα, ενώ του στεριανού κυμαίνεται στα 67-68 εκατοστά.

  • Λάφτα: Δεν έχει σταθερά τάστα. Αντ' αυτού, ο οργανοποιός ή ο παίχτης δένει «μπερντέδες» (κινητά τάστα από έντερο ή πετονιά). Αυτό επιτρέπει την απόδοση των μορίων (μικροδιαστημάτων) της ανατολικής μουσικής.

Ο Καβαλάρης και η Χορδιέρα

Στο λαούτο, ο καβαλάρης είναι κολλημένος πάνω στο καπάκι (σε αντίθεση με το μπουζούκι όπου είναι κινητός). Αυτό σημαίνει ότι όλη η πίεση των χορδών μεταφέρεται απευθείας στο έλατο. Για τον λόγο αυτό, η κόλληση του καβαλάρη με παραδοσιακή ψαρόκολλα είναι το πιο κρίσιμο στάδιο για τη μακροζωία του οργάνου.

Το Λουστράρισμα

Τέλος, όλα τα είδη λαούτου λουστράρονται παραδοσιακά με γομαλάκα (shellac). Η γομαλάκα εφαρμόζεται με το χέρι (μπάλα) σε δεκάδες λεπτές στρώσεις. Είναι το μόνο υλικό που επιτρέπει στο ξύλο να αναπνέει και να «ανοίγει» ο ήχος του με το πέρασμα των χρόνων, προσφέροντας παράλληλα αυτή τη χαρακτηριστική ζεστή λάμψη των παλαιών οργάνων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟΥΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΟΠΟΙΙΑ

1. ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

  • ΑΝΩΓΕΙΑΝΑΚΗΣ ΦΟΙΒΟΣ, Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα, Εκδοτική Αθηνών / Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1976 (και επανεκδόσεις). Πρόκειται για το σημαντικότερο έργο αναφοράς που καταγράφει την ιστορία, τη μορφολογία και τη γεωγραφική εξάπλωση του λαούτου στον ελλαδικό χώρο.

  • ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, Το Μουσικό Όργανο στη Λαϊκή Παράδοση, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1984. Μια κοινωνιολογική και εθνομουσικολογική προσέγγιση του ρόλου των εγχόρδων στην ελληνική κοινωνία.

2. ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ (ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ - ΒΥΖΑΝΤΙΟ)

  • ΨΑΡΟΥΔΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ, The Pandura and the Greek Lute: A Study in Continuity, University of Reading (Διδακτορική διατριβή / Μελέτες Οργανολογίας). Ο Ψαρουδάκης αποτελεί την κορυφαία αυθεντία στη σύνδεση της αρχαίας πανδούρας με το μεσαιωνικό λαούτο.

  • SACHS CURT, The History of Musical Instruments, W.W. Norton & Company, New York 1940. Το κλασικό παγκόσμιο έργο που αναλύει τη γενεαλογία των εγχόρδων και τη μετάβαση από το Oud στα ευρωπαϊκά και μεσογειακά λαούτα.

  • LANDELS JOHN G., Music in Ancient Greece and Rome, Routledge, London 1999. Περιλαμβάνει αναλύσεις για την τεχνική των οργάνων με βραχίονα στην αρχαιότητα.

3. ΜΕΘΟΔΟΙ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΑ ΙΔΙΩΜΑΤΑ

  • ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, Το Λαούτο, Μουσικός Οίκος Γρηγοριάδη. Ένα από τα λίγα βιβλία που συνδυάζουν την ιστορική αναδρομή με τεχνικά στοιχεία κατασκευής για το στεριανό, το κρητικό και το πολίτικο λαούτο.

  • ΤΣΟΥΧΛΑΡΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Τα Λαϊκά Μουσικά Όργανα στην Κρήτη, Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα 2004. Εξειδικευμένη μελέτη για την ιδιαίτερη μορφολογία και τον κατασκευαστικό ρόλο του κρητικού λαούτου.

  • ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ, Ο Ταμπουράς και το Λαούτο, Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

4. ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΛΑΟΥΤΟ (ΛΑΦΤΑ) ΚΑΙ ΣΜΥΡΝΗ

  • ΓΙΑΝΝΟΥΔΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Η Οργανοποιία στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, Μελέτη για τους Έλληνες Μάστορες των Τελών του 19ου Αιώνα.

  • ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΜΑΡΚΟΣ, Αυτοβιογραφία, Εκδόσεις Παπαζήση (για την ιστορική μαρτυρία των οργανοποιών της εποχής και τη μετάβαση από το λαούτο στο μπουζούκι).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΜΟΥΡΤΖΙΝΟΣ VS ΣΧΟΛΗ ΣΜΥΡΝΗΣ: ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

 Η δράση του Δημητρίου Μούρτζινου στην Αθήνα των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, τον τοποθετεί στην κορυφή της ελληνικής οργαν...