Το Diplipito είναι ένα κρουστό όργανο που βασίζεται στην αντίθεση. Αποτελείται από δύο μικρά πήλινα
δοχεία σε σχήμα κώνου, τα οποία αν και έχουν το ίδιο ύψος (περίπου 20-25 εκ.), διαφέρουν σημαντικά στο πλάτος τους.
Η Ανατομία και η Κατασκευή
Τα Πήλινα Δοχεία: Τα δύο «βάζα» έχουν διαφορετικές διαμέτρους, συνήθως 90mm το μικρότερο και 170mm το μεγαλύτερο. Αυτή η διαφορά είναι που επιτρέπει στο
όργανο να παράγει δύο διαφορετικά τονικά ύψη και ηχοχρώματα.Η Επικάλυψη: Η επιφάνεια κρούσης καλύπτεται από δέρμα μοσχαριού ή, σε παλαιότερες εκδοχές, από κύστη ταύρου, προσφέροντας έναν ιδιαίτερα οξύ και διαπεραστικό ήχο.
Η Σύνδεση: Τα δύο δοχεία δένονται σφιχτά μεταξύ τους με ένα σχοινί, δημιουργώντας μια ενιαία μονάδα που ο μουσικός χειρίζεται με ευκολία.
Τεχνική και Εκτέλεση
Ο τρόπος παιξίματος του Diplipito είναι εξαιρετικά απαιτητικός ως προς τον ρυθμικό συντονισμό:
Τα «Πόδια της Κατσίκας»: Ο μουσικός χρησιμοποιεί δύο μικρά ξύλινα ραβδιά, τα οποία στην παράδοση ονομάζονται χαρακτηριστικά «πόδια της κατσίκας». Με αυτά χτυπά εναλλάξ τα δύο δοχεία, δημιουργώντας περίπλοκα ρυθμικά σχήματα.
Ο Ρόλος στο Σύνολο: Το Diplipito λειτουργεί ως ο ρυθμικός «αρχιτέκτονας» σε συνδυασμό με πνευστά όπως το Duduki και το Salamuri, ή έγχορδα όπως το Panduri. Παραδοσιακά παίζεται από άνδρες και είναι αναπόσπαστο κομμάτι των εθνικών ορχηστρών της Γεωργίας.
Από το Πεδίο της Μάχης στην Ορχήστρα
Η ιστορία του Diplipito είναι εξίσου πλούσια με τον ήχο του:
Αρχαιότητα: Στους αρχαίους χρόνους, το όργανο χρησιμοποιούνταν από τους πολεμιστές για να δίνουν ρυθμό κατά τη διάρκεια της πορείας, αλλά και από τους κυνηγούς.
Κλασική Μουσική: Η μοναδική του χροιά προκάλεσε το ενδιαφέρον και κλασικών συνθετών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Mikhail Ippolitov-Ivanov, ο οποίος το 1894 ενέταξε το Diplipito στο διάσημο έργο του «Καταυκάσια Σκίτσα» (Caucasian Sketches), δίνοντας μια αυθεντική γεωργιανή πινελιά στην παγκόσμια ορχηστρική μουσική.Η κατασκευή του Diplipito αποτελεί μια εξαιρετική μαρτυρία της γεωργιανής λαϊκής τέχνης, καθώς συνδυάζει την αγγειοπλαστική με την τέχνη της επεξεργασίας του δέρματος. Παρά τη φαινομενική του απλότητα, η διαδικασία απαιτεί ακρίβεια ώστε τα δύο δοχεία να λειτουργούν ως ένα ενιαίο, αρμονικό σύνολο.
Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΗΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ
1. Η Διαμόρφωση των Πήλινων Δοχείων (Jars)
Η βάση του οργάνου είναι δύο κωνικά δοχεία από ψημένο πηλό. Η ιδιαιτερότητά τους έγκειται στις διαστάσεις:
Το Ύψος: Και τα δύο δοχεία έχουν το ίδιο ύψος (μεταξύ 200 και 250 χιλιοστών), γεγονός που επιτρέπει στον μουσικό να τα τοποθετεί σταθερά μπροστά του ή να τα δένει στη μέση του.
Η Διάμετρος: Εδώ βρίσκεται το μυστικό του ήχου. Το ένα δοχείο είναι στενό (περίπου 90 χιλιοστά), παράγοντας έναν οξύ, «ψηλό» ήχο, ενώ το άλλο είναι πλατύ (περίπου 170 χιλιοστά), προσφέροντας έναν βαθύ, μπάσο τόνο.
2. Η Επιλογή της Μεμβράνης
Το δέρμα που καλύπτει τα δοχεία πρέπει να είναι εξαιρετικά ανθεκτικό για να αντέχει τα χτυπήματα από τα ξύλινα ραβδιά:
Υλικά: Χρησιμοποιείται κυρίως δέρμα μοσχαριού. Σε ορισμένες παραδοσιακές κατασκευές χρησιμοποιείται κύστη ταύρου, η οποία, όταν στεγνώσει και τεντωθεί, παράγει έναν μοναδικό, μεταλλικό σχεδόν ήχο.
Η Τάνυση: Το δέρμα μουλιάζει και τοποθετείται υγρό πάνω στο στόμιο των δοχείων. Καθώς στεγνώνει, συστέλλεται και τεντώνει «κουρδίζοντας» το όργανο σε μια συγκεκριμένη τονικότητα.
3. Η Συναρμολόγηση και ο Εξοπλισμός
Ο Σύνδεσμος: Τα δύο πήλινα μέρη δένονται μεταξύ τους με ένα ισχυρό κορδόνι ή δερμάτινο λουρί. Αυτό εξασφαλίζει ότι τα δοχεία δεν θα μετακινούνται κατά τη διάρκεια της έντονης εκτέλεσης.
Τα «Πόδια της Κατσίκας» (Goat Legs): Η κατασκευή ολοκληρώνεται με τη δημιουργία δύο μικρών ξύλινων ραβδιών. Το όνομά τους οφείλεται στο σχήμα τους, που παραδοσιακά θύμιζε τα λεπτά άκρα της κατσίκας, και είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να προσφέρουν γρήγορη επαναφορά (rebound) κατά την κρούση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου