ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α: Η ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΗ ΔΑΦΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΕΝΟΙΚΟΥ
Το 1981, στην οδό Όλγας στη Δάφνη Αττικής, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως έναν από τους σημαντικότερους θησαυρούς της παγκόσμιας μουσικής κληρονομιάς. Ο λεγόμενος «ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ
ΠΟΙΗΤΗ» (ή Τάφος της Μούσας), χρονολογούμενος περίπου στο 430 π.Χ., δεν ήταν απλώς ένας χώρος ταφής, αλλά ένα κλειστό χρονοντούλαπο που διέσωσε την υλική υπόσταση της αρχαίας ελληνικής μουσικής.
Η σημασία του ευρήματος έγκειται στην ύπαρξη οργανικών υλικών που, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών του εδάφους, δεν αποσυντέθηκαν πλήρως. Ο νεκρός, ένας άνδρας μέσης ηλικίας, θάφτηκε περιτριγυρισμένος από τα εργαλεία της τέχνης του: μια ΧΕΛΥΣ-ΛΥΡΑ, έναν ΑΥΛΟ, μια ΑΡΠΑ (ΤΡΙΓΩΝΟ), αλλά και σύνεργα γραφής όπως μια ξύλινη
δέλτος και μια γραφίδα. Η παρουσία αυτών των αντικειμένων οδήγησε τους επιστήμονες στο συμπέρασμα πως ο ένοικος ήταν ένας «μουσικός ανήρ», ένας άνθρωπος που υπηρετούσε τις Μούσες, πιθανώς ένας ποιητής ή δάσκαλος μουσικής της κλασικής Αθήνας.Η ανακάλυψη αυτή έδωσε τέλος σε αιώνες υποθέσεων. Για πρώτη φορά, οι μουσικολόγοι δεν βασίζονταν μόνο σε αγγειογραφίες ή θεωρητικά κείμενα, αλλά είχαν μπροστά τους τα ίδια τα όργανα που ήχησαν στην εποχή του Περικλή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β: ΟΡΓΑΝΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ
Η μελέτη των ευρημάτων, με πρωτεργάτες επιστήμονες όπως ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΨΑΡΟΥΔΑΚΗΣ, αποκάλυψε την τρομερή εξειδίκευση των αρχαίων οργανοποιών. Τα τρία όργανα που βρέθηκαν αντιπροσωπεύουν το πλήρες φάσμα του αρχαίου ήχου.
1. Η ΧΕΛΥΣ-ΛΥΡΑ: Το ηχείο της λύρας, το ΧΕΛΥΟΝ, ήταν κατασκευασμένο από το φυσικό καβούκι μιας χελώνας (Testudo marginata). Οι οργανοποιοί της εποχής γνώριζαν πώς να εξουδετερώνουν την κυρτότητα του καβουκιού τεντώνοντας πάνω του ένα υγρό δέρμα βοδιού, το οποίο μόλις στέγνωνε, γινόταν σκληρό σαν τύμπανο. Οι δύο πήχεις (βραχίονες) ήταν ξύλινοι, τοποθετημένοι με τέτοια γωνία ώστε να προσφέρουν τη μέγιστη σταθερότητα στις επτά εντέρινες χορδές.
2. Ο ΑΥΛΟΣ: Το εύρημα της Δάφνης διέσωσε τμήματα από ξύλινους αυλούς, οι οποίοι ήταν κατασκευασμένοι από έβενο ή άλλο σκληρό ξύλο. Η ανάλυση των οπών (τρυπών) επέτρεψε στους ερευνητές να κατανοήσουν το σύστημα των δακτυλισμών και τις κλίμακες που χρησιμοποιούσαν. Ο αυλός δεν ήταν ένα απλό φλάουτο, αλλά ένα όργανο με διπλή γλωττίδα (reed), που απαιτούσε τεράστια δεξιοτεχνία και φυσική δύναμη από τον εκτελεστή.
3. Η ΑΡΠΑ (ΤΡΙΓΩΝΟ): Το πιο σπάνιο ίσως εύρημα ήταν τα υπολείμματα της άρπας. Στην αρχαιότητα, η άρπα θεωρούνταν όργανο «πολύχορδο» και «πολυμελές». Η δομή της ήταν τριγωνική, με το ηχείο να βρίσκεται στη μία πλευρά και τις χορδές να εκτείνονται κάθετα προς αυτό. Η ανακάλυψη τμημάτων από το ξύλινο πλαίσιο έδωσε απαντήσεις για τον τρόπο που οι αρχαίοι κατάφερναν να ισορροπήσουν την τεράστια πίεση τόσων χορδών σε ένα λεπτό ξύλινο σώμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ: Η ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΗΧΟΥ
Το τελευταίο και πιο δύσκολο στάδιο της μελέτης ήταν η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ. Δεν αρκούσε να βλέπουμε τα όργανα πίσω από τη βιτρίνα ενός μουσείου· έπρεπε να τα ακούσουμε. Η ανακατασκευή βασίστηκε σε τρεις πυλώνες: την αρχαιολογική μέτρηση, τη φυσική του ήχου και την παραδοσιακή οργανοποιία.
Οι σύγχρονοι οργανοποιοί, ακολουθώντας τα πορίσματα της μελέτης του Ψαρουδάκη, χρησιμοποίησαν αυθεντικά υλικά. Η χρήση ΕΝΤΕΡΙΝΩΝ ΧΟΡΔΩΝ ήταν καθοριστική, καθώς οι μεταλλικές ή οι πλαστικές χορδές θα αλλοίωναν εντελώς το ηχόχρωμα. Το κούρδισμα έγινε με τους ΚΟΛΛΟΠΕΣ — δερμάτινες λωρίδες τυλιγμένες γύρω από τον ζυγό, οι οποίες με τη βοήθεια λίπους ή ρετσινιού κρατούσαν τη χορδή σταθερή.
Το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό. Ο ήχος της ανακατασκευασμένης χέλυος είναι βαθύς, «ξύλινος» και γεμάτος αρμονικές, ενώ ο αυλός παράγει έναν ήχο διαπεραστικό που θυμίζει τη φωνή της φύσης. Η αναβίωση των οργάνων από τον «Τάφο του Ποιητή» απέδειξε πως η αρχαία ελληνική μουσική δεν ήταν μια πρωτόγονη ενασχόληση, αλλά μια υψηλή επιστήμη που συνδύαζε τα μαθηματικά του Πυθαγόρα με την καλλιτεχνική ευαισθησία.
Σήμερα, χάρη σε αυτές τις μελέτες, ο ήχος που συνόδευε τον Ποιητή της Δάφνης στην τελευταία του κατοικία, ακούγεται ξανά σε αίθουσες συναυλιών και πανεπιστήμια, γεφυρώνοντας ένα κενό 2.500 ετών. Η οργανοποιία, από τον Λεωνίδα Γαΐλα μέχρι τους σύγχρονους ερευνητές, παραμένει ο κρίκος που κρατά την ιστορία μας ζωντανή και ηχηρή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου