Η Κελτική μουσική είναι ένας αρχέγονος ψίθυρος που διαπερνά τους αιώνες, μια ηχητική γέφυρα που
ενώνει τους λαούς του «Ατλαντικού Τόξου». Από τα ομιχλώδη Highlands της Σκωτίας και τις πράσινες πεδιάδες της Ιρλανδίας, μέχρι τις απόκρημνες ακτές της Βρετάνης στη Γαλλία και τα γρανιτένια βουνά της Γαλικίας στην Ισπανία, ο κελτικός ήχος είναι η κοινή γλώσσα μιας ψυχής που αρνείται να δαμαστεί. Είναι η μουσική της βροχής, του ανέμου, της θάλασσας, αλλά πάνω από όλα είναι η μουσική της κοινότητας, της αντίστασης και της αιώνιας επιστροφής στις ρίζες.
Στην άκρη της Ευρώπης, εκεί που ο Ατλαντικός ορμά με μανία πάνω στα βράχια του Moher, γεννήθηκε μια μουσική που δεν γνωρίζει φραγμούς. Η ιρλανδική παράδοση είναι ένας ατέρμονος χορός ανάμεσα στη χαρά και τη μελαγχολία.
Όταν το βιολί συναντά τη γκάιντα uilleann, ο χρόνος σταματά. Δεν πρόκειται για απλές μελωδίες, αλλά για τον απόηχο αρχαίων θρύλων, για τον ψίθυρο των ξωτικών (sidhe) και τον πόνο των ανθρώπων που έμαθαν να τραγουδούν για να μην λυγίσουν. Οι χορευτές, με το σώμα στητό και τα πόδια να αψηφούν τη βαρύτητα, γίνονται ένα με τον ρυθμό του bodhrán, μετατρέποντας κάθε χτύπο σε δήλωση ελευθερίας.
Στις σκοτεινές παμπ του Δουβλίνου και στα πέτρινα σπίτια του Galway, η μουσική είναι η κοινή γλώσσα. Είναι το "Craic", η ζωντάνια της στιγμής, και ταυτόχρονα ο σεβασμός στις ρίζες που κρατούν γερά. Η Ιρλανδία δεν ακούγεται απλώς· βιώνεται με κάθε κύτταρο, σαν μια δροσερή βροχή που σου καθαρίζει την ψυχή και σε καλεί να συρθείς στον χορό.
Το Αζέρικο Καμαντσά (Kamança) είναι το «κόσμημα» της ορχήστρας Μουγκάμ. Για τον οργανοποιό, η κατασκευή του απαιτεί όχι μόνο γνώσεις ξυλουργικής και ακουστικής, αλλά και δεξιοτεχνία στη μικροτεχνία, καθώς ο πλούσιος διάκοσμος με σιντέφι και οστό είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς του. Σε αντίθεση με το περσικό μοντέλο, το αζέρικο επιδιώκει έναν ήχο πιο δυνατό, λαμπρό και εξωστρεφή.
1. ΤΟ ΗΧΕΙΟ ΜΕ ΔΟΥΓΕΣ (STRIP-BUILT RESONATOR)
Ενώ το περσικό καμαντσέ είναι συνήθως σκαφτό, το Αζέρικο Καμαντσά κατασκευάζεται συχνά με τη μέθοδο των δουγών, παρόμοια με το ούτι ή το λαούτο.
Η Δομή: Χρησιμοποιούνται 18 έως 30 λεπτές δούγες από ΜΟΥΡΙΑ ή ΚΑΡΥΔΙΑ.
Το Πλεονέκτημα: Η κατασκευή με δούγες επιτρέπει στον οργανοποιό να δημιουργήσει ένα ελαφρώς μεγαλύτερο ηχείο (διάμετρος 220mm-230mm) χωρίς να αυξηθεί το βάρος. Αυτό προσφέρει μεγαλύτερο όγκο αέρα και, κατά συνέπεια, μεγαλύτερη ηχητική ένταση.
Η Εσωτερική Επένδυση: Το εσωτερικό του ηχείου συχνά επενδύεται με λεπτό χαρτί ή ύφασμα για να σταθεροποιηθούν οι ενώσεις των δουγών.
2. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΙ ΤΟΠΌΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ
Στο Αζερμπαϊτζάν, η επιλογή του δέρματος είναι καθοριστική για το δεξιοτεχνικό παίξιμο.
Υλικό: Προτιμάται το ΠΕΡΙΚΑΡΔΙΟ ΒΟΔΙΟΥ (ox heart membrane) ή ΔΕΡΜΑ ΨΑΡΙΟΥ (sturgeon skin). Αυτά τα υλικά είναι εξαιρετικά ανθεκτικά και επιτρέπουν στις χορδές να δονούνται με μεγάλη ταχύτητα.
Η Τάση: Το δέρμα τεντώνεται πολύ περισσότερο από ό,τι στο περσικό μοντέλο, δίνοντας τον χαρακτηριστικό "μεταλλικό" ήχο που απαιτείται για το Μουγκάμ.
3. Ο ΛΑΙΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ (HATAMKARI)
Ο λαιμός του Αζέρικου Καμαντσά είναι το σημείο όπου ο οργανοποιός επιδεικνύει την καλλιτεχνία του.
Υλικό: Σκληρή καρυδιά επενδυμένη με ΕΒΕΝΟ.
Ένθετη Διακόσμηση: Χρησιμοποιείται η τεχνική Hatamkari ή Inlay, όπου χιλιάδες μικροσκοπικά κομμάτια από σιντέφι (Mother of Pearl), κόκκαλο και ασήμι σχηματίζουν γεωμετρικά μοτίβα σε όλο το μήκος του λαιμού και περιμετρικά του ηχείου.
Η Ταστιέρα: Είναι ελαφρώς πιο πλατιά για να διευκολύνει τα γρήγορα δακτυλίσματα.
4. ΤΟ ΠΟΔΙ ΚΑΙ Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΗΣ
Το μεταλλικό πόδι (Spike) στο Αζέρικο Καμαντσά είναι συχνά πιο μακρύ και διαθέτει μηχανισμό ρύθμισης ύψους.
Στατική: Ο άξονας πρέπει να περνά ακριβώς από το κέντρο της σφαίρας. Αν υπάρχει απόκλιση έστω και ενός χιλιοστού, το όργανο θα "κλοτσάει" κατά την περιστροφή, καθιστώντας το παίξιμο αδύνατο.
ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΑΖΕΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ
Εξάρτημα
Μέτρηση
Διάμετρος Ηχείου
220mm - 230mm
Βάθος Ηχείου
160mm - 180mm
Μήκος Λαιμού
250mm - 270mm
Μήκος Χορδής
330mm - 350mm
Αριθμός Χορδών
4 (Steel strings)
Ο ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ (KHARAK)
Ο καβαλάρης στο Αζέρικο Καμαντσά είναι συνήθως πιο ψηλός (18mm-20mm) και κατασκευάζεται από πολύ σκληρό ξύλο σφενδάμου ή οστό. Η υψηλότερη θέση των χορδών επιτρέπει στον μουσικό να ασκεί μεγαλύτερη πίεση με το δοξάρι για να παράγει δυνατότερο ήχο.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ
Η κατασκευή του Αζέρικου Καμαντσά είναι μια άσκηση υπομονής. Μόνο η τοποθέτηση των ένθετων διακοσμητικών μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από το σκάλισμα του ίδιου του οργάνου. Είναι ένα όργανο που απαιτεί "γερό χέρι" στον τόρνο και "λεπτό μάτι" στο σιντέφι.
Το Καμαντσέ, το εμβληματικό τοξωτό όργανο της Εγγύς Ανατολής, αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην ανθρώπινη φωνή και τη μουσική των οργάνων. Αν και μοιράζονται κοινές ρίζες, η εξέλιξη του οργάνου στην Περσία και το Αζερμπαϊτζάν οδήγησε σε δύο διακριτές σχολές οργανοποιίας. Για τον τεχνίτη, οι διαφορές αυτές δεν είναι μόνο αισθητικές, αλλά δομικές, επηρεάζοντας τον τρόπο που το όργανο αντηχεί και ανταποκρίνεται στο δοξάρι.
Το Περσικό Καμαντσέ δεν είναι απλώς ένα όργανο, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που συνδυάζει τέσσερα στοιχεία: το ξύλο, το δέρμα, το μέταλλο και το οστό. Στην περσική παράδοση, ο ήχος του Καμαντσέ θεωρείται ο πλησιέστερος στην ανθρώπινη φωνή λόγω της ικανότητάς του να παράγει μικροτονικά διαστήματα και συνεχή glissandi. Για τον οργανοποιό, η πρόκληση έγκειται στη δημιουργία ενός ηχείου που να αντηχεί με βάθος αλλά χωρίς να χάνει την κρυστάλλινη διαύγεια των ψηλών συχνοτήτων.
Αν το περσικό ταρ είναι το όργανο του εσωτερικού στοχασμού, το Αζέρικο Ταρ (ή Ταρ του Καυκάσου) είναι το όργανο της απόλυτης δεξιοτεχνίας και της ηχητικής έκρηξης. Η εμφάνισή του στα μέσα του 19ου αιώνα, μέσα από τις ριζικές μεταρρυθμίσεις του μεγάλου μουσικού και οργανοποιού Sadigjan, άλλαξε για πάντα το τοπίο της ανατολικής μουσικής. Για τον οργανοποιό, η κατασκευή ενός Αζέρικου Ταρ αποτελεί μια πρόκληση στατικής και ακουστικής, καθώς καλείται να διαχειριστεί την τεράστια πίεση 11 μεταλλικών χορδών πάνω σε ένα ηχείο από δέρμα, διατηρώντας παράλληλα την ευελιξία που
Για τον ανυποψίαστο παρατηρητή, το Ταρ φαίνεται ως ένα ενιαίο όργανο με το χαρακτηριστικό
σχήμα "8". Ωστόσο, για τον έμπειρο οργανοποιό, το Περσικό Ταρ και το Ταρ του Αζερμπαϊτζάν αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικές κατασκευαστικές προσεγγίσεις. Αν και μοιράζονται κοινή καταγωγή, η εξέλιξή τους ακολούθησε τις ανάγκες των αντίστοιχων μουσικών παραδόσεων: της εσωστρεφούς και μικροτονικής περσικής κλασικής μουσικής από τη μία, και της δυναμικής, δεξιοτεχνικής παράδοσης του Μουγκάμ (Mugham) του Αζερμπαϊτζάν από την άλλη. Η κατανόηση αυτών των διαφορών είναι κρίσιμη για τον τεχνίτη που καλείται να επισκευάσει ή να κατασκευάσει ένα από τα δύο.
ΔΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
Η βασική διαφορά ξεκινά από τον τρόπο που το όργανο "κάθεται" στο σώμα του μουσικού και φτάνει μέχρι τον αριθμό των χορδών και το σχήμα του ηχείου.
1. ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ ΣΚΑΦΟΥΣ (KASEH)
Περσικό Ταρ: Το ηχείο είναι πιο "βαθύ" και η καμπυλότητα του σχήματος "8" είναι πιο έντονη. Η κατασκευή του απαιτεί μεγαλύτερο βάθος σκαψίματος στο ξύλο της μουριάς.
Αζέρικο Ταρ: Το σκάφος είναι ελαφρώς πιο ρηχό και πιο "πλατύ". Αυτό έγινε για να διευκολυνθεί ο τρόπος παιξίματος στο Αζερμπαϊτζάν, όπου το όργανο δεν κρατιέται στην αγκαλιά (όπως το Περσικό), αλλά ψηλά στο στήθος του μουσικού.
2. Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΡΙ
Εδώ εντοπίζεται η πιο εμφανής διαφορά για τον οργανοποιό:
Περσικό Ταρ: Διαθέτει 6 χορδές (τρία ζεύγη). Το κεφαλάρι είναι απλό, με παραδοσιακά ξύλινα κλειδιά.
Αζέρικο Ταρ: Διαθέτει 11 χορδές. Πέρα από τις κύριες χορδές, έχουν προστεθεί βοηθητικές χορδές (resonance strings) που δίνουν μεγαλύτερο όγκο και αρμονικό πλούτο. Αυτό απαιτεί ένα πολύ πιο περίπλοκο κεφαλάρι και διαφορετική στατική μελέτη για την αντοχή του λαιμού στις αυξημένες πιέσεις.
3. ΤΑ ΤΑΣΤΑ ΚΑΙ Η ΤΑΣΤΙΕΡΑ
Περσικό Ταρ: Χρησιμοποιεί 22 έως 28 κινητά τάστα από έντερο. Η διάταξή τους επιτρέπει την εκτέλεση των "κορόν" και "σέρι" (περσικά τεταρτημόρια).
Αζέρικο Ταρ: Τα τάστα είναι συνήθως 22 και η τοποθέτησή τους ακολουθεί συχνά ένα σύστημα που πλησιάζει περισσότερο το συγκερασμένο δυτικό σύστημα, αν και διατηρεί τις ιδιαιτερότητες του Μουγκάμ. Η ταστιέρα στο αζέρικο μοντέλο είναι συχνά πιο πλατιά για να χωρέσει τις επιπλέον χορδές.
ΗΧΗΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ
Οι διαφορές στην κατασκευή οδηγούν σε δύο διακριτά ηχοχρώματα:
Το Περσικό Ταρ έχει ήχο πιο "σκοτεινό", μεστό και εσωτερικό. Η χρήση του δέρματος εμβρύου αμνού σε συνδυασμό με το βαθύ σκάφος ευνοεί τις μεσαίες και χαμηλές συχνότητες.
Το Αζέρικο Ταρ έχει ήχο πολύ πιο λαμπερό, μεταλλικό και δυνατό. Η μεγάλη τάση των 11 χορδών και το πιο ρηχό σκάφος το καθιστούν ιδανικό για γρήγορα σολιστικά περάσματα που πρέπει να ακούγονται καθαρά πάνω από μια ορχήστρα.
ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ
Χαρακτηριστικό
Περσικό Ταρ
Αζέρικο Ταρ
Αριθμός Χορδών
6 (3 ζεύγη)
11 (κύριες & συμπαθητικές)
Τρόπος Κρατήματος
Στα πόδια (αγκαλιά)
Στο στήθος
Υλικό Τάστων
Έντερο (κινητά)
Έντερο ή Νάιλον
Βάθος Σκάφους
Μεγάλο (βαθύ σκάψιμο)
Μικρό (ρηχό σκάψιμο)
Κλειδιά
Παραδοσιακά ξύλινα
Συχνά μηχανικά ή βελτιωμένα ξύλινα
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΡΓΑΝΟΠΟΙΟ
Για εμάς τους κατασκευαστές, η επιλογή μεταξύ των δύο εξαρτάται από το ρεπερτόριο του μουσικού. Το Περσικό Ταρ απαιτεί μια πιο "γλυπτική" προσέγγιση στο ξύλο, ενώ το Αζέρικο Ταρ απαιτεί μια πιο "μηχανική" προσέγγιση λόγω της πολυπλοκότητας των χορδών. Και τα δύο όμως παραμένουν αριστουργήματα της ανατολικής οργανοποιίας που απαιτούν σεβασμό στα υλικά και ακρίβεια χιλιοστού.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ALIEV, R., "The Azerbaijani Tar: Construction and History", Baku Academy of Music, 2012.
DURING, J., "The Tar of the Caucasus", Journal of Ethnomusicology, 1990.
SAFVAT, D., "Comparative Study of Persian and Azerbaijani Musical Instruments", 1975.
Το Περσικό Ταρ (Tar), είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα και απαιτητικά όργανα στην παγκόσμια οργανοποιία. Για έναν κατασκευαστή, το Ταρ αποτελεί την κορωνίδα της δεξιοτεχνίας, καθώς συνδυάζει τη γλυπτική σε μασίφ ξύλο με την ευαισθησία του δέρματος και την ακρίβεια της εντερικής ταστιέρας.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το Ταρ (που στα περσικά σημαίνει κυριολεκτικά "χορδή") είναι ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς της κλασικής μουσικής του Ιράν και των περιοχών του Καυκάσου. Αυτό που το καθιστά μοναδικό στον κόσμο της οργανοποιίας είναι το διπλό ηχείο του σε σχήμα "8", το οποίο δεν κατασκευάζεται από δούγες όπως το ούτι, αλλά σκάβεται εξ ολοκλήρου σε μασίφ ξύλο μουριάς. Αντί για ξύλινο καπάκι, το Ταρ χρησιμοποιεί μια εξαιρετικά λεπτή μεμβράνη από δέρμα εμβρύου αμνού, δίνοντάς του έναν ήχο που συνδυάζει την κρουστή αιχμηρότητα με τη μελωδική γλυκύτητα.
Η επιλογή του μοντέλου που θα κατασκευάσει ένας τεχνίτης εξαρτάται από το επιθυμητό ηχόχρωμα. Κάθε σχολή έχει αναπτύξει τα δικά της "μυστικά" στη γεωμετρία και το πάχος των υλικών.
1. ΤΟ ΑΡΑΒΙΚΟ ΟΥΤΙ (ΤΟ "ΒΑΡΥ" ΜΟΝΤΕΛΟ)
Είναι το μεγαλύτερο σε όγκο και το πιο διαδεδομένο.
Στον κόσμο της οργανοποιίας, η διάκριση μεταξύ του αραβικού ή τουρκικού ουτιού και του περσικού μπαρμπάτ δεν είναι απλώς γεωγραφική, αλλά δομική και ηχητική. Ενώ το ούτι κυριάρχησε για αιώνες με το μεγάλο, βαθύ του ηχείο, τις τελευταίες δεκαετίες η Περσία επανέφερε στο προσκήνιο το "Μπαρμπάτ" (Barbat), μια μορφή οργάνου που θεωρείται ο πρόγονος του σύγχρονου ουτιού. Για τον οργανοποιό, το μπαρμπάτ αποτελεί μια άσκηση λεπτότητας και αναλογιών, καθώς το σώμα του είναι μικρότερο και ο λαιμός του μακρύτερος, προσφέροντας έναν ήχο πιο διαπεραστικό, "στεγνό" και πλούσιο σε αρμονικές, που ταιριάζει απόλυτα στη λεπτοφυή φύση της περσικής κλασικής μουσικής (Radif).