Η κατασκευή του σιτάρ αποτελεί μια από τις πιο περίπλοκες και σεβαστές τέχνες στην ινδική οργανοποιία. Δεν πρόκειται απλώς για τη δημιουργία ενός μουσικού οργάνου, αλλά για μια ιεροτελεστία που συνδυάζει τη γνώση της ακουστικής φυσικής, τη λεπτή ξυλουργική και την καλλιτεχνική διακόσμηση. Η διαδικασία ξεκινά με την προσεκτική επιλογή των υλικών, καθώς η ποιότητα του ήχου εξαρτάται άμεσα από τη φυσική κατάσταση των πρώτων υλών που θα χρησιμοποιηθούν.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΚΟΛΟΚΥΘΑΣ (TUMBA)
Το βασικό αντηχείο του σιτάρ, γνωστό ως tumba, κατασκευάζεται από μια ειδική ποικιλία νεροκολοκύθας (Lagenaria siceraria). Αυτές οι κολοκύθες καλλιεργούνται κυρίως σε περιοχές της Μαχαράστρα, όπως η
Pandharpur. Η επιλογή της κατάλληλης κολοκύθας είναι το πιο κρίσιμο στάδιο. Πρέπει να είναι απόλυτα συμμετρική, με σκληρό και πυκνό περίβλημα, χωρίς ρωγμές ή μαλακά σημεία.Μετά τη συγκομιδή, η κολοκύθα καθαρίζεται εσωτερικά και αφήνεται να ξεραθεί φυσικά στον ήλιο για πολλούς μήνες. Μια καλά αποξηραμένη κολοκύθα αποκτά μια ξυλώδη υφή και έναν κρυστάλλινο ήχο όταν την χτυπά κανείς ελαφρά με τα δάχτυλα. Το μέγεθος της κολοκύθας καθορίζει τον όγκο και το βάθος των χαμηλών συχνοτήτων του οργάνου. Σε ορισμένα σιτάρ, προστίθεται και μια δεύτερη, μικρότερη κολοκύθα στο πάνω μέρος του μπράτσου, η οποία λειτουργεί ως επιπλέον αντηχείο και βοηθά στην ισορροπία του βάρους.
ΤΟ ΞΥΛΟ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (DANDI ΚΑΙ TABLI)
Ενώ η κολοκύθα αποτελεί το σώμα της αντήχησης, το υπόλοιπο όργανο κατασκευάζεται παραδοσιακά από ξύλο τικ (Tectona grandis) ή από το ξύλο Tun (Toona ciliata), το οποίο είναι γνωστό ως ινδικός κέδρος. Το ξύλο Tun προτιμάται συχνά λόγω του μικρού του βάρους και των εξαιρετικών ακουστικών του ιδιοτήτων, καθώς δονείται ελεύθερα, επιτρέποντας στον ήχο να διαχέεται ομοιόμορφα.
Το dandi είναι ο μακρύς, κούφιος βραχίονας (μπράτσο) του σιτάρ. Η κατασκευή του απαιτεί μεγάλη ακρίβεια, καθώς πρέπει να αντέχει την τεράστια τάση των χορδών χωρίς να λυγίζει. Το tabli είναι το επίπεδο ξύλινο κάλυμμα που τοποθετείται πάνω στην κολοκύθα και συνδέεται με το dandi. Είναι το "πρόσωπο" του οργάνου και η περιοχή όπου μεταφέρεται η δόνηση από τη γέφυρα στο αντηχείο. Το πάχος του tabli ρυθμίζεται με εξαιρετική προσοχή με το χέρι, ώστε να επιτευχθεί η ιδανική απόκριση στις συχνότητες.
Η ΣΥΝΑΡΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΚΕΛΕΤΟΥ
Η ένωση της κολοκύθας με το dandi γίνεται μέσω ενός ενδιάμεσου ξύλινου τμήματος που ονομάζεται gulu. Αυτό το σημείο είναι η "καρδιά" της κατασκευής, καθώς εκεί συγκεντρώνονται όλες οι δομικές πιέσεις. Ο οργανοποιός σκαλίζει το gulu έτσι ώστε να εφαρμόζει τέλεια στην καμπυλότητα της κολοκύθας. Για τη συγκόλληση χρησιμοποιούνται παραδοσιακές κόλλες, ενώ συχνά τοποθετούνται και ξύλινα καρφιά ή βίδες για επιπλέον σταθερότητα, τα οποία αργότερα καλύπτονται από τη διακόσμηση.
Μόλις ολοκληρωθεί ο βασικός σκελετός, το όργανο αρχίζει να παίρνει τη μορφή του. Η επιφάνεια λειαίνεται σχολαστικά με διαδοχικά στάδια τριψίματος. Σε αυτό το σημείο, ο οργανοποιός ελέγχει την ισορροπία του σιτάρ. Ένα σωστά κατασκευασμένο σιτάρ πρέπει να μπορεί να ισορροπεί με άνεση στην αγκαλιά του μουσικού, χωρίς να γέρνει υπερβολικά προς τη μία ή την άλλη πλευρά.
Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΑΣΤΩΝ (PARDA)
Τα τάστα του σιτάρ είναι μοναδικά στον κόσμο των εγχόρδων. Δεν είναι μόνιμα καρφωμένα στο μπράτσο, αλλά είναι μεταλλικές, καμπυλωτές ράβδοι από ορείχαλκο ή ατσάλι, οι οποίες δένονται στο dandi με νήμα από μετάξι ή νάιλον. Η καμπυλότητα των τάστων επιτρέπει στον μουσικό να τραβά τη χορδή προς τα κάτω (meend), αλλάζοντας τον τόνο της νότας έως και πέντε ή περισσότερα ημιτόνια.
Η τοποθέτηση των τάστων απαιτεί βαθιά γνώση των ινδικών κλιμάκων (Ragas). Ο οργανοποιός ή ο ίδιος ο μουσικός ρυθμίζει τη θέση τους ώστε να εξασφαλίσει την απόλυτη ακρίβεια των διαστημάτων. Συνήθως ένα σιτάρ διαθέτει 19 έως 23 τάστα, ανάλογα με το στυλ παιξίματος (Gharana) που ακολουθεί ο κάτοχός του. Η απόσταση μεταξύ των τάστων και της χορδής πρέπει να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει την άνετη εκτέλεση χωρίς να προκαλείται ανεπιθύμητος τριγμός.
ΟΙ ΚΛΕΙΔΟΚΡΑΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ (KHUNTI)
Τα κλειδιά του σιτάρ, γνωστά ως khunti, κατασκευάζονται επίσης από ξύλο και έχουν σχήμα κώνου. Υπάρχουν δύο μεγέθη κλειδιών: τα μεγάλα για τις κύριες χορδές και τα μικρότερα για τις συμπαθητικές χορδές. Η εφαρμογή τους στις τρύπες του dandi πρέπει να είναι τέλεια. Αν η εφαρμογή είναι χαλαρή, το όργανο θα ξεκουρδίζεται συνεχώς· αν είναι πολύ σφιχτή, το κλειδί μπορεί να κολλήσει ή να σπάσει το ξύλο.
Κάθε κλειδί σκαλίζεται στο χέρι, συχνά με διακοσμητικά σχέδια στην κορυφή του. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί ειδικά εργαλεία για να δώσει την κωνική κλίση που θα επιτρέψει στο κλειδί να "κλειδώνει" στη θέση του μέσω της τριβής. Η λίπανση των κλειδιών με στεγνό σαπούνι ή κιμωλία είναι μια κοινή πρακτική για τη διασφάλιση της ομαλής περιστροφής τους κατά τη διάρκεια του κουρδίσματος.
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ (GULDASTARI ΚΑΙ SHRINGAR)
Η κατασκευή ενός σιτάρ δεν περιορίζεται στην ακουστική του αρτιότητα, αλλά επεκτείνεται στην αισθητική του τελειότητα. Η διακόσμηση του οργάνου είναι μια λεπτομερής εργασία που απαιτεί υπομονή και καλλιτεχνική φλέβα. Παραδοσιακά, χρησιμοποιούνται ένθετα από οστό ή, σε παλαιότερες εποχές, από ελεφαντόδοντο, ενώ σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως υψηλής ποιότητας συνθετικά υλικά (celluloid) που προσομοιάζουν την εμφάνιση του παραδοσιακού υλικού.
Τα σχέδια που κοσμούν το σώμα και το dandi του σιτάρ είναι συνήθως φυτικά μοτίβα, γνωστά ως Guldastari. Ο τεχνίτης σκαλίζει το ξύλο σε βάθος λίγων χιλιοστών και τοποθετεί τα λευκά ή χρωματιστά κομμάτια, δημιουργώντας μια αντίθεση με το σκούρο ξύλο του οργάνου. Αυτή η διαδικασία δεν είναι μόνο διακοσμητική. Τα ένθετα βοηθούν στην προστασία των ενώσεων του ξύλου και ενισχύουν τη δομική ακεραιότητα στα σημεία όπου το dandi συναντά το gulu.
Η ΓΕΦΥΡΑ (JAWARI): ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΗΧΟΥ
Το πιο κρίσιμο και εξειδικευμένο τμήμα της κατασκευής είναι η γέφυρα, η οποία ονομάζεται Jawari. Η λέξη jawari σημαίνει "ζωντάνια" ή "ψυχή" και αναφέρεται στον ιδιαίτερο, πλούσιο σε αρμονικές ήχο του σιτάρ. Η γέφυρα κατασκευάζεται συνήθως από οστό καμήλας ή ελάφου και έχει μια ελαφρώς κυρτή επιφάνεια στην κορυφή της.
Η διαδικασία του "ανοίγματος" της jawari είναι μια τέχνη που ελάχιστοι οργανοποιοί κατέχουν απόλυτα. Ο τεχνίτης λιμάρει την επιφάνεια της γέφυρας με εξαιρετική ακρίβεια, έτσι ώστε η χορδή να μην ακουμπά απλώς σε ένα σημείο, αλλά να εφάπτεται σε μια μικρή καμπύλη επιφάνεια. Αυτό δημιουργεί έναν ελεγχόμενο τριγμό (buzzing) που απελευθερώνει τις αρμονικές συχνότητες. Αν η καμπυλότητα είναι λάθος έστω και κατά ένα δέκατο του χιλιοστού, ο ήχος μπορεί να βγει "νεκρός" ή υπερβολικά τραχύς. Υπάρχουν δύο κύριοι τύποι jawari: η "ανοιχτή" (khula), που παράγει έναν λαμπρό και δυνατό ήχο, και η "κλειστή" (band), που προσφέρει έναν πιο βαθύ και γλυκό τόνο.
ΟΙ ΧΟΡΔΕΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥΣ
Ένα τυπικό σιτάρ διαθέτει δύο στρώματα χορδών. Το πάνω στρώμα αποτελείται από τις κύριες χορδές (6 ή 7), οι οποίες χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση της μελωδίας και του ρυθμού. Αυτές περιλαμβάνουν την "Baj" (την κύρια χορδή παιξίματος), τις χορδές "Jod" για τη συνοδεία και τις χορδές "Chikari", οι οποίες είναι κουρδισμένες στην τονική και χρησιμοποιούνται για τον τονισμό του ρυθμού.
Κάτω από τα τάστα βρίσκονται οι συμπαθητικές χορδές (Tarab), οι οποίες συνήθως είναι 11 έως 13. Αυτές οι χορδές δεν αγγίζονται ποτέ από το πλήκτρο (mizrab) του μουσικού. Αντ' αυτού, δονούνται "συμπαθητικά" όταν ο μουσικός παίζει την αντίστοιχη νότα στις πάνω χορδές, δημιουργώντας ένα πλούσιο ηχητικό υπόβαθρο που μοιάζει με φυσική αντήχηση (reverb). Η επιλογή του μετάλλου είναι καθοριστική: χρησιμοποιείται ατσάλι για τις υψηλές χορδές και ορείχαλκος ή χαλκός για τις μπάσες, ώστε να επιτυγχάνεται η σωστή τονική ισορροπία.
ΤΟ ΦΙΝΙΡΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΟΥΣΤΡΑΡΙΣΜΑ
Αφού ολοκληρωθεί η κατασκευή και η διακόσμηση, το σιτάρ περνά στο στάδιο του λουστραρίσματος. Η παραδοσιακή μέθοδος περιλαμβάνει τη χρήση γομαλάκας (shellac), μιας φυσικής ρητίνης που διαλύεται σε οινόπνευμα. Το λουστράρισμα γίνεται με το χέρι, με μια τεχνική γνωστή ως "γαλλική γυάλιση", όπου δεκάδες λεπτά στρώματα εφαρμόζονται διαδοχικά με ένα πανί.
Αυτό το φινίρισμα δεν προσφέρει μόνο την κλασική βαθιά λάμψη του οργάνου, αλλά επιτρέπει στο ξύλο να "αναπνέει" και να ωριμάζει ηχητικά με το πέρασμα του χρόνου. Το χρώμα μπορεί να ποικίλλει από ανοιχτό κεχριμπαρένιο έως βαθύ καφέ ή σχεδόν μαύρο, ανάλογα με την προτίμηση του οργανοποιού και την παράδοση της περιοχής (π.χ. τα σιτάρ από την Καλκούτα τείνουν να είναι πιο σκουρόχρωμα).
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ (SET-UP)
Το τελευταίο στάδιο είναι η τοποθέτηση των εξαρτημάτων που ονομάζονται "moti" (μαργαριτάρια) – μικρές χάντρες που τοποθετούνται στις χορδές πίσω από τη γέφυρα. Αυτές λειτουργούν ως μηχανισμοί μικροκουρδίσματος, επιτρέποντας στον μουσικό να ρυθμίζει την τάση με απόλυτη ακρίβεια χωρίς να χρειάζεται να περιστρέψει τα μεγάλα κλειδιά.
Τέλος, τοποθετείται το "langot", μια μεταλλική ή ξύλινη πλάκα στη βάση της κολοκύθας, όπου στερεώνονται οι άκρες των χορδών. Ο οργανοποιός κουρδίζει το όργανο και το αφήνει για μερικές ημέρες να "κάτσει", καθώς η πίεση των χορδών ασκεί τεράστιες δυνάμεις στον σκελετό. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, γίνονται οι τελικές διορθώσεις στα τάστα και στη jawari, μέχρι το όργανο να είναι απόλυτα έτοιμο για τον πρώτο του κονσέρτο.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ GULU ΣΤΗΝ ΗΧΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Το σημείο όπου ο λαιμός του σιτάρ (dandi) συναντά την κολοκύθα (tumba) ονομάζεται gulu. Αν και εξωτερικά μπορεί να φαίνεται ως ένα απλό κομμάτι ξύλου που ενώνει δύο μέρη, δομικά είναι το πιο ζωτικό σημείο του οργάνου. Το gulu πρέπει να είναι σκαλισμένο από ένα ενιαίο, συμπαγές κομμάτι ξύλου, συνήθως από τον ίδιο κορμό που χρησιμοποιήθηκε για το dandi, ώστε να διατηρείται η ομοιογένεια των ινών.
Ο τεχνίτης ξοδεύει ώρες για να διασφαλίσει ότι η εσωτερική καμπυλότητα του gulu ταιριάζει ακριβώς με την εξωτερική επιφάνεια της κολοκύθας. Η σύνδεση αυτή δεν πρέπει να έχει ούτε ένα χιλιοστό κενού. Μια ατελής ένωση θα οδηγούσε σε απώλεια ενέργειας της δόνησης, με αποτέλεσμα ένας κατά τα άλλα καλό σιτάρ να ακούγεται θαμπό. Η χρήση φυσικών ρητινών και η ενίσχυση με ξύλινες σφήνες διασφαλίζουν ότι η μετάδοση του ήχου από τις χορδές προς το αντηχείο θα είναι ακαριαία και πλήρης.
Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΣΚΑΛΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ KHUNTI
Τα κλειδιά (khunti) δεν είναι απλώς μηχανισμοί κουρδίσματος, αλλά αποτελούν μέρος της συνολικής αισθητικής και λειτουργικής ταυτότητας του οργάνου. Η κατασκευή τους απαιτεί τη χρήση σκληρού ξύλου, όπως το τριανταφυλλόξυλο ή το έβενο, για να αντέχουν στη συνεχή τριβή. Κάθε khunti τορνίρεται ξεχωριστά και στη συνέχεια σκαλίζεται στο χέρι.
Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι σκαλίσματος: ο απλός, που συναντάται σε σιτάρ μαθητικού επιπέδου, και ο "lotus" (λωτός), όπου η κεφαλή του κλειδιού θυμίζει ανθισμένο λουλούδι. Η ακρίβεια της κωνικότητας είναι το κλειδί της επιτυχίας. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί ένα ειδικό εργαλείο, το reamer, για να ανοίξει τις τρύπες στο dandi με την ίδια ακριβώς γωνία που έχουν τα κλειδιά. Αν η γωνία αποκλίνει, το κλειδί θα γλιστράει ή θα "πηδάει" κατά το κούρδισμα, καθιστώντας το όργανο αδύνατο να παιχτεί σε επαγγελματικό επίπεδο.
ΤΟ TABLI ΚΑΙ Η ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
Το tabli είναι το ξύλινο κάλυμμα που σφραγίζει το άνοιγμα της κολοκύθας. Είναι το "ηχείο" του σιτάρ. Η επιλογή του ξύλου για το tabli είναι αυστηρή: πρέπει να έχει ίσια και πυκνά νερά (grains), χωρίς ρόζους. Το πάχος του tabli δεν είναι ομοιόμορφο σε όλη του την επιφάνεια. Ο τεχνίτης το σκαλίζει έτσι ώστε να είναι ελαφρώς πιο παχύ στο κέντρο, εκεί όπου πατάει η γέφυρα, και πιο λεπτό στις άκρες.
Αυτή η διαβάθμιση του πάχους επιτρέπει στο ξύλο να πάλλεται σαν μεμβράνη. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής, ο οργανοποιός "κουρδίζει" το tabli χτυπώντας το ελαφρά και ακούγοντας την αντήχηση του ξύλου. Αν το ξύλο είναι πολύ παχύ, ο ήχος θα είναι σκληρός και μεταλλικός. Αν είναι πολύ λεπτό, το tabli κινδυνεύει να καταρρεύσει υπό το βάρος της πίεσης των χορδών, η οποία μπορεί να φτάσει και τα 40-50 κιλά συνολικά.
ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΩΝ ΧΟΡΔΩΝ (TARABDAR)
Η προσθήκη των συμπαθητικών χορδών (tarab) είναι αυτό που μετατρέπει το σιτάρ σε ένα πολυφωνικό ηχητικό σύμπαν. Για να τοποθετηθούν αυτές οι χορδές, ο οργανοποιός πρέπει να τρυπήσει το dandi σε συγκεκριμένα σημεία και να τοποθετήσει μικρούς οδηγούς από οστό (mankas). Αυτοί οι οδηγοί εμποδίζουν τις χορδές από το να έρχονται σε επαφή με το εσωτερικό του ξύλου και να φθείρονται.
Οι συμπαθητικές χορδές περνούν μέσα από το dandi και βγαίνουν κάτω από την κύρια γέφυρα, καταλήγοντας σε μια δική τους, μικρότερη γέφυρα (chhota jawari). Η κατασκευή αυτής της μικρής γέφυρας είναι εξίσου απαιτητική με την κύρια, καθώς πρέπει να δίνει στις λεπτές χορδές tarab τον απαραίτητο "αέρα" για να αντηχούν χωρίς να σβήνουν γρήγορα. Η σωστή ευθυγράμμιση των tarab είναι απαραίτητη ώστε να μην εμποδίζουν το πάτημα των κύριων χορδών πάνω στα τάστα.
ΤΟ MIZRAB ΚΑΙ Η ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
Αν και το mizrab (η πένα του σιτάρ) δεν είναι μέρος του σώματος του οργάνου, η κατασκευή του σιτάρ λαμβάνει υπόψη τη δύναμη που ασκείται από αυτό. Το mizrab κατασκευάζεται από σκληρό ατσαλόσυρμα που λυγίζεται για να εφαρμόζει στο δείκτη του μουσικού. Η τάση των χορδών και το ύψος τους από τα τάστα (action) πρέπει να ρυθμιστούν έτσι ώστε το mizrab να παράγει καθαρό ήχο χωρίς να απαιτεί υπερβολική δύναμη.
Ένας έμπειρος οργανοποιός ρωτά πάντα τον μουσικό για το στυλ του. Αν ο μουσικός παίζει με "δυνατό χέρι" (όπως στο στυλ του Vilayat Khan), το όργανο χρειάζεται διαφορετική ρύθμιση στα τάστα και τη γέφυρα από ό,τι αν παίζει με πιο απαλό και λυρικό τρόπο (όπως στο στυλ του Ravi Shankar). Αυτή η προσωποποιημένη ρύθμιση είναι το τελικό στάδιο που δίνει στο σιτάρ την τελική του φωνή.
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ
Η ποιότητα ενός σιτάρ δεν κρίνεται μόνο από την ημέρα που παραδίδεται, αλλά από το πόσο καλά θα αντέξει στο πέρασμα των δεκαετιών. Οι μεγάλοι κατασκευαστές στην Καλκούτα και το Μιράζ δίνουν τεράστια έμφαση στην παλαίωση του ξύλου πριν ξεκινήσει καν το σκάλισμα. Το ξύλο Tun ή Teak που χρησιμοποιείται, πρέπει να αποθηκευτεί σε ελεγχόμενες συνθήκες για τουλάχιστον πέντε έως δέκα χρόνια.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι εσωτερικοί χυμοί του ξύλου κρυσταλλώνονται και η υγρασία σταθεροποιείται. Ένα "φρέσκο" ξύλο έχει την τάση να συστέλλεται και να διαστέλλεται με τις αλλαγές του καιρού, κάτι που σε ένα όργανο με τόσο μεγάλη τάση χορδών θα οδηγούσε σε ρωγμές ή σκέβρωμα του dandi. Το παλαιωμένο ξύλο είναι πιο ελαφρύ, πιο σκληρό και μεταφέρει τον ήχο με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα, προσφέροντας αυτό που οι μουσικοί ονομάζουν "άμεση απόκριση".
ΤΟ ΣΚΑΛΙΣΜΑ ΤΟΥ "KANGARI" (ΤΑ ΦΥΛΛΑ)
Στο σημείο όπου το gulu ενώνεται με το tabli, συναντάμε συχνά ένα ανάγλυφο σκάλισμα που μοιάζει με φύλλα ή λουλούδια, γνωστό ως kangari. Αυτό το στοιχείο δεν είναι μόνο αισθητικό. Λειτουργεί ως ενίσχυση της άρθρωσης στο σημείο που δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μικρά σκαρπέλα για να δημιουργήσει αυτά τα τρισδιάστατα μοτίβα απευθείας πάνω στο ξύλο.
Στα σιτάρ ανώτερης ποιότητας, το kangari είναι βαθύ και λεπτομερές, δείχνοντας τη δεξιοτεχνία του οργανοποιού. Μετά το σκάλισμα, οι εσοχές συχνά γεμίζουν με ειδικές πάστες ή βάφονται για να αναδειχθεί η λεπτομέρεια κάτω από το λούστρο. Η συμμετρία εδώ είναι απαραίτητη, καθώς οποιαδήποτε ανισορροπία στο σκάλισμα μπορεί να επηρεάσει ανεπαίσθητα την κατανομή του βάρους του οργάνου.
Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΡΜΑΤΩΝ (LARI)
Οι χορδές του σιτάρ, οι lari, δεν τοποθετούνται απλώς πάνω στο όργανο· η διαδρομή τους είναι προσεκτικά σχεδιασμένη. Οι κύριες χορδές περνούν πάνω από μικρές εγκοπές στην πάνω γέφυρα (ara) πριν καταλήξουν στα κλειδιά. Η ara κατασκευάζεται από οστό και η γωνία της πρέπει να είναι τέτοια ώστε οι χορδές να μην "κουδουνίζουν" στην ανοιχτή τους θέση.
Οι χορδές chikari (ρυθμικές) έχουν τους δικούς τους μικρούς πύργους από οστό (mogara) κατά μήκος του dandi. Αυτοί οι πύργοι κρατούν τις χορδές σε ύψος τέτοιο ώστε ο μουσικός να μπορεί να τις χτυπά με τον αντίχειρα ή το mizrab χωρίς να βρίσκουν στα τάστα. Η σωστή απόσταση των chikari από το μπράτσο είναι καθοριστική για την ταχύτητα της εκτέλεσης στα γρήγορα περάσματα (jhala).
Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΥΓΡΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
Ένας κατασκευαστής σιτάρ πρέπει να είναι και λίγο μετεωρολόγος. Η κατασκευή του οργάνου επηρεάζεται άμεσα από την υγρασία της περιοχής. Στην Ινδία, οι οργανοποιοί αποφεύγουν να κολλούν τα βασικά μέρη κατά τη διάρκεια των μουσώνων, καθώς η υψηλή υγρασία εμποδίζει την κόλλα να στεγνώσει σωστά και το ξύλο "φουσκώνει".
Όταν ένα σιτάρ πρόκειται να εξαχθεί σε χώρες με ξηρό κλίμα, ο κατασκευαστής πρέπει να κάνει ειδικές προβλέψεις. Συχνά αφήνουν το ξύλο λίγο πιο παχύ ή χρησιμοποιούν συγκεκριμένα είδη κόλλας που δεν γίνονται εύθραυστα στην ξηρασία. Η προστασία της κολοκύθας είναι επίσης σημαντική, καθώς η tumba είναι το πιο ευαίσθητο μέρος στις απότομες αλλαγές θερμοκρασίας, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν την απότομη ρωγμή της (cracking).
ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ "DOUBLE TUMBA"
Πολλά σιτάρ, ιδιαίτερα αυτά που ακολουθούν το στυλ του Ravi Shankar, διαθέτουν μια δεύτερη κολοκύθα στην κορυφή του dandi. Αυτή η κολοκύθα είναι συνήθως μικρότερη και βιδώνεται σε μια ειδική υποδοχή πίσω από την ara. Η κατασκευή αυτής της υποδοχής απαιτεί προσοχή ώστε να μην εξασθενήσει το ξύλο του μπράτσου.
Η πάνω tumba λειτουργεί κυρίως ως αντηχείο για τις χαμηλές συχνότητες και προσθέτει έναν "όγκο" στον ήχο που γεμίζει τον χώρο. Επίσης, λειτουργεί ως αντίβαρο για τη μεγάλη κάτω κολοκύθα, βοηθώντας το όργανο να κάθεται πιο σταθερά στον ώμο του μουσικού. Η επιλογή της πάνω κολοκύθας πρέπει να ταιριάζει αισθητικά και τονικά με την κύρια tumba, δημιουργώντας ένα οπτικά και ακουστικά αρμονικό σύνολο.
Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ "PARDA" ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΣΙΜΟ
Το δέσιμο των τάστων (parda) είναι μια εργασία που απαιτεί δύναμη και ακρίβεια. Χρησιμοποιείται ειδικό νήμα, παραδοσιακά από μετάξι, το οποίο είναι εξαιρετικά ανθεκτικό. Ο οργανοποιός τυλίγει το νήμα γύρω από το dandi και μέσα από τις τρύπες του τάστου, σφίγγοντάς το με τέτοιο τρόπο ώστε το τάστο να μην κινείται κατά το παίξιμο, αλλά να μπορεί να μετακινηθεί με πίεση αν χρειαστεί αλλαγή στο κούρδισμα.
Η απόσταση μεταξύ της χορδής και του τάστου (το λεγόμενο "action") ρυθμίζεται από το ύψος των τάστων. Αν τα τάστα είναι πολύ ψηλά, ο μουσικός κουράζεται να πατάει τις νότες. Αν είναι πολύ χαμηλά, η χορδή θα βρίσκει στο επόμενο τάστο κατά το τράβηγμα (meend). Ο οργανοποιός πρέπει να βρει τη χρυσή τομή που επιτρέπει την ευκολία στο παίξιμο χωρίς να θυσιάζει την καθαρότητα του ήχου.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΙ Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ (BONA WORK)
Η χρήση οστού στην κατασκευή του σιτάρ δεν είναι μόνο διακοσμητική αλλά δομική και ακουστική. Παραδοσιακά χρησιμοποιείται οστό καμήλας λόγω της εξαιρετικής του πυκνότητας και της αντοχής του στη φθορά που προκαλούν οι μεταλλικές χορδές. Ο τεχνίτης ξεκινά με ακατέργαστα κομμάτια, τα οποία πρέπει να βραστούν και να καθαριστούν σχολαστικά για να αφαιρεθεί κάθε ίχνος λίπους, το οποίο θα μπορούσε να σαπίσει το ξύλο ή να αλλοιώσει την κόλλα με την πάροδο του χρόνου.
Αφού καθαριστούν, τα οστά κόβονται σε λεπτές πλάκες. Αυτές οι πλάκες θα χρησιμοποιηθούν για τη γέφυρα (jawari), την πάνω γέφυρα (ara), τους οδηγούς των χορδών (manka) και τα διακοσμητικά ένθετα. Η πυκνότητα του οστού επηρεάζει άμεσα τη διάρκεια της νότας (sustain). Ένα οστό με πόρους απορροφά τη δόνηση, ενώ ένα συμπαγές, καλά επεξεργασμένο οστό την αντανακλά πίσω στη χορδή, επιτρέποντας στον ήχο να διαρκεί για δευτερόλεπτα μετά το χτύπημα.
Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΟΥ DANDI (ΒΡΑΧΙΟΝΑΣ)
Το dandi δεν είναι ένας απλός κυλινδρικός σωλήνας. Η κατασκευή του ακολουθεί μια συγκεκριμένη γεωμετρία που επιτρέπει στον μουσικό να εκτελεί τις τεχνικές meend (τραβήγματα της χορδής). Το πίσω μέρος του dandi είναι ημικυκλικό για να εφαρμόζει στην παλάμη, ενώ η μπροστινή επιφάνεια είναι ελαφρώς κοίλη (concave).
Αυτή η ελαφριά κοίλη κλίση στο κέντρο του dandi, κάτω από τα τάστα, είναι απαραίτητη. Όταν ο μουσικός τραβάει τη χορδή για να αλλάξει το ύψος της νότας, η χορδή πρέπει να έχει χώρο να κινηθεί χωρίς να ακουμπήσει το ξύλο του βραχίονα. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί ειδικές πλάνες για να δώσει αυτό το σχήμα στο ξύλο πριν τοποθετηθούν τα τάστα. Μια λάθος κλίση θα έκανε το όργανο "σκληρό" στο παίξιμο, περιορίζοντας την εκφραστικότητα του καλλιτέχνη.
ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΟΥ LANGOT
Στη βάση της μεγάλης κολοκύθας τοποθετείται το langot, ένα τριγωνικό ή στρογγυλό εξάρτημα από μέταλλο (συνήθως ορείχαλκο) ή ξύλο. Το langot είναι το σημείο αγκύρωσης όλων των χορδών του σιτάρ. Η στερέωσή του πάνω στην κολοκύθα είναι ένα λεπτό σημείο της κατασκευής, καθώς η κολοκύθα από μόνη της είναι εύθραυστη.
Για να αντέξει το langot την πίεση, ο οργανοποιός τοποθετεί ένα εσωτερικό ξύλινο μπλοκ (εσωτερική ενίσχυση) μέσα στην κολοκύθα, στο οποίο βιδώνεται το langot. Οι χορδές περνούν μέσα από μικρές τρύπες στο langot και στερεώνονται με κόμπους. Η απόσταση του langot από τη γέφυρα καθορίζει τη γωνία με την οποία οι χορδές πιέζουν τη γέφυρα προς τα κάτω. Αν η γωνία είναι πολύ απότομη, η πίεση μπορεί να ραγίσει το tabli (το ξύλινο καπάκι)· αν είναι πολύ ρηχή, οι χορδές θα γλιστρούν πάνω στη γέφυρα.
Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΟΙΛΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ
Το σιτάρ είναι ένα κούφιο όργανο σε όλο το μήκος του. Ο αέρας μέσα στο dandi επικοινωνεί με τον αέρα μέσα στην tumba. Αυτός ο ενιαίος όγκος αέρα λειτουργεί ως ηχείο Helmholtz. Κατά την κατασκευή, ο οργανοποιός πρέπει να διασφαλίσει ότι δεν υπάρχουν εσωτερικά εμπόδια ή υπολείμματα ξύλου και κόλλας που θα μπορούσαν να διαταράξουν τη ροή του αέρα.
Σε ορισμένα εξειδικευμένα σιτάρ, το εσωτερικό του dandi σκαλίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε το πάχος των τοιχωμάτων να λεπταίνει σταδιακά καθώς πλησιάζουμε προς την κολοκύθα. Αυτό ενισχύει τη μεταφορά των χαμηλών συχνοτήτων. Ο "συντονισμός" του σώματος του οργάνου ελέγχεται με το κλείσιμο των τρυπών των κλειδιών και το φύσημα αέρα μέσα στο σώμα, παρατηρώντας τη θεμελιώδη συχνότητα στην οποία αντηχεί το κενό.
ΤΑ ΜΙΚΡΟ-ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ: MANKA ΚΑΙ MOGARA
Οι λεπτομέρειες στην κατασκευή του σιτάρ είναι αυτές που το καθιστούν επαγγελματικό εργαλείο. Τα manka είναι μικρές χάντρες από οστό ή πλαστικό που τοποθετούνται στις χορδές ανάμεσα στη γέφυρα και το langot. Λειτουργούν ως "fine tuners". Μετακινώντας τη χάντρα ελάχιστα χιλιοστά, ο μουσικός μπορεί να διορθώσει το κούρδισμα χωρίς να αγγίξει τα κλειδιά.
Τα mogara είναι οι οδηγοί των χορδών chikari που βρίσκονται στα πλάγια του dandi. Αυτά τα μικρά "καρφιά" από οστό πρέπει να έχουν το σωστό ύψος. Αν είναι πολύ ψηλά, οι χορδές chikari θα είναι δύσκολο να χτυπηθούν με ακρίβεια. Αν είναι πολύ χαμηλά, θα βρίσκουν στα τάστα όταν ο μουσικός παίζει στην πάνω περιοχή του μπράτσου. Η τοποθέτησή τους γίνεται με το χέρι, τρυπώντας το ξύλο με λεπτό τρυπάνι και σφηνώνοντας το οστό με λίγη κόλλα.
Η ΤΕΛΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΡΙΑΣ
Πριν το όργανο θεωρηθεί έτοιμο για την αγορά, υποβάλλεται σε έναν αυστηρό έλεγχο συμμετρίας. Ο οργανοποιός κοιτάζει το σιτάρ από τη βάση του langot προς την κορυφή του dandi (σαν να στοχεύει με όπλο). Η γραμμή των χορδών πρέπει να είναι απόλυτα παράλληλη με τις άκρες του dandi. Οποιαδήποτε απόκλιση σημαίνει ότι το dandi έχει τοποθετηθεί με λάθος γωνία στο gulu.
Επίσης, ελέγχεται η "δράση" (action) των χορδών σε όλο το μήκος του οργάνου. Η απόσταση της χορδής από το πρώτο τάστο πρέπει να είναι σχεδόν η ίδια με την απόσταση από το τελευταίο τάστο. Αυτό εξασφαλίζει ότι η πίεση που απαιτείται για να βγει η νότα είναι σταθερή, επιτρέποντας στον μουσικό να παίζει γρήγορες κλίμακες (taans) με ομοιόμορφη ένταση και ταχύτητα.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΚΟΛΛΑΣ (SARESH)
Στην παραδοσιακή οργανοποιία του σιτάρ, η επιλογή της κόλλας δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα, αλλά δομικό. Οι περισσότεροι έμπειροι τεχνίτες αποφεύγουν τις σύγχρονες συνθετικές κόλλες (όπως η λευκή ξυλόκολλα ή η κυανοακρυλική) για τα κύρια μέρη του οργάνου. Αντ' αυτού, χρησιμοποιούν τη λεγόμενη Saresh, μια ζωική κόλλα σε μορφή κρυστάλλων που προέρχεται από δέρμα ή οστά ζώων.
Αυτή η κόλλα πρέπει να θερμανθεί σε μπεν-μαρί μέχρι να αποκτήσει την κατάλληλη ρευστότητα. Το μεγάλο πλεονέκτημα της Saresh είναι ότι, όταν στεγνώνει, γίνεται εξαιρετικά σκληρή και κρυσταλλική, λειτουργώντας ως αγωγός του ήχου αντί να τον απορροφά. Επιπλέον, επιτρέπει τη μελλοντική επισκευή του οργάνου. Αν ένα σιτάρ χρειαστεί άνοιγμα (για παράδειγμα, αν ραγίσει η κολοκύθα), η Saresh μπορεί να μαλακώσει με τη χρήση ατμού ή θερμότητας, επιτρέποντας στον οργανοποιό να αποσυνδέσει τα μέρη χωρίς να καταστρέψει το ξύλο.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ ΛΙΜΑΡΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΤΑΣΤΩΝ (PARDA FILING)
Μετά το δέσιμο των τάστων στο dandi, ξεκινά μια διαδικασία που απαιτεί χειρουργική ακρίβεια: το λιμάρισμα και η λείανση των μεταλλικών ράβδων. Τα τάστα του σιτάρ είναι κυρτά, αλλά η επιφάνειά τους όπου ακουμπά η χορδή πρέπει να είναι απόλυτα λεία και ομοιόμορφη. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί ψιλές λίμες και στη συνέχεια σμυριδόχαρτο για να αφαιρέσει τυχόν ανωμαλίες από τη χύτευση του μετάλλου.
Αν ένα τάστο έχει μια μικρή προεξοχή ή μια "χαραγματιά", η χορδή θα σκαλώνει κατά το meend (το τράβηγμα προς τα κάτω), προκαλώντας έναν δυσάρεστο μεταλλικό θόρυβο ή, ακόμα χειρότερα, κόβοντας τη χορδή. Το τελικό στάδιο περιλαμβάνει το γυάλισμα των τάστων με ειδικές αλοιφές, ώστε η χορδή να γλιστρά πάνω τους με την ελάχιστη δυνατή τριβή, επιτρέποντας στον μουσικό να εκτελεί γρήγορα γλιστρήματα (glissandi) χωρίς αντίσταση.
Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ARA ΚΑΙ ΤΟΥ REZ (ΠΑΝΩ ΓΕΦΥΡΕΣ)
Στο πάνω μέρος του dandi, ακριβώς πριν την περιοχή των κλειδιών, βρίσκονται δύο μικρά εξαρτήματα από οστό: το Ara και το Rez. Το Ara είναι η πάνω γέφυρα για τις κύριες χορδές, ενώ το Rez είναι η αντίστοιχη γέφυρα για τις συμπαθητικές χορδές (tarab). Η κατασκευή τους απαιτεί το σκάλισμα μικροσκοπικών αυλακώσεων (slots) για κάθε χορδή.
Το βάθος αυτών των αυλακώσεων είναι καθοριστικό. Αν είναι πολύ βαθιές, η χορδή θα "πνίγεται" και δεν θα αντηχεί ελεύθερα. Αν είναι πολύ ρηχές, η χορδή θα βγαίνει από τη θέση της κατά τη διάρκεια ενός έντονου παιξίματος. Ο οργανοποιός πρέπει επίσης να δώσει στο Ara μια ελαφριά κλίση προς τα πίσω, ώστε η χορδή να πιέζει σταθερά το σημείο επαφής, εξασφαλίζοντας καθαρό κούρδισμα και αποφυγή ανεπιθύμητων δονήσεων (sitar-buzz) σε λάθος σημεία.
Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ TUMBA (ΚΟΛΟΚΥΘΑΣ)
Η κολοκύθα, παρά τη σκληρότητά της όταν ξεραθεί, παραμένει ένα οργανικό και σχετικά εύθραυστο υλικό. Για να αντέξει την πίεση που ασκεί το dandi και το gulu, ο οργανοποιός συχνά τοποθετεί εσωτερικές ενισχύσεις. Αυτές μπορεί να είναι λωρίδες από ύφασμα εμβαπτισμένες σε ισχυρή κόλλα ή λεπτά στρώματα ξύλου που τοποθετούνται στα σημεία ένωσης.
Αυτή η "φόδρα" εσωτερικά της κολοκύθας λειτουργεί σαν σκελετός. Προστατεύει την tumba από το να "ανοίξει" κατά μήκος των φυσικών της ινών αν το όργανο εκτεθεί σε απότομη ξηρασία. Επιπλέον, βοηθά στη μείωση των ανεπιθύμητων εσωτερικών ανακλάσεων που θα μπορούσαν να κάνουν τον ήχο του σιτάρ να ακούγεται "κούφιος" ή "λασπωμένος". Η σωστή ισορροπία ανάμεσα στην ενίσχυση και το βάρος είναι το μυστικό για ένα όργανο που αντέχει στον χρόνο χωρίς να χάνει την ηχητική του ευαισθησία.
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΥ (WAXING ΚΑΙ STAINING)
Πριν από το τελικό λουστράρισμα με γομαλάκα, το ξύλο του σιτάρ πρέπει να αποκτήσει το χαρακτηριστικό του χρώμα. Πολλοί οργανοποιοί χρησιμοποιούν φυσικές χρωστικές ουσίες που εξάγονται από φλοιούς δέντρων ή ορυκτά. Το ξύλο Tun, που είναι φυσικά κοκκινωπό, μπορεί να σκουρύνει με τη χρήση διαλυμάτων που περιέχουν κάλιο ή ειδικές βαφές ξύλου.
Μετά το βάψιμο, ακολουθεί η διαδικασία του "σφραγίσματος" των πόρων του ξύλου. Αυτό γίνεται συχνά με ένα μείγμα από πολύ ψιλή σκόνη ξύλου και κόλλα, το οποίο τρίβεται πάνω στην επιφάνεια μέχρι να γίνει απόλυτα λεία. Μόνο τότε ξεκινά η εφαρμογή της γομαλάκας. Το χρώμα πρέπει να είναι ομοιόμορφο, χωρίς "νερά" ή κηλίδες, ιδιαίτερα στα σημεία όπου το ξύλο ενώνεται με την κολοκύθα, ώστε το όργανο να φαίνεται οπτικά ως ένα ενιαίο σύνολο.
Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ CHIKARI
Οι χορδές chikari είναι οι πιο "επιθετικές" χορδές του σιτάρ, καθώς χρησιμοποιούνται για τον τονισμό του ρυθμού και το jhala (το γρήγορο κλείσιμο ενός κομματιού). Λόγω της θέσης τους στην άκρη του dandi, ασκούν πλευρική πίεση στον βραχίονα. Ο οργανοποιός πρέπει να τοποθετήσει τα κλειδιά των chikari σε τέτοιες γωνίες ώστε η τάση να μην στρέφει το dandi γύρω από τον άξονά του.
Η ρύθμιση του ύψους των chikari γίνεται με τη χρήση των mogara (των μικρών πύργων από οστό). Αν οι χορδές αυτές είναι πολύ κοντά η μία στην άλλη, ο μουσικός θα δυσκολεύεται να τις χτυπήσει ξεχωριστά. Αν είναι πολύ μακριά, θα χάνεται η συνοχή του ρυθμού. Η ακριβής τοποθέτηση των mogara είναι μια από τις τελευταίες λεπτομέρειες που καθορίζουν πόσο "γρήγορο" και ανταποκρίσιμο θα είναι το όργανο στα χέρια ενός βιρτουόζου.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΒΑΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ (BALANCE)
Ένα από τα λιγότερο συζητημένα αλλά πιο κρίσιμα χαρακτηριστικά στην κατασκευή του σιτάρ είναι η κατανομή του βάρους. Ένα επαγγελματικό όργανο πρέπει να είναι "ζυγισμένο" με τέτοιο τρόπο ώστε ο μουσικός να μπορεί να παίζει για ώρες χωρίς να καταπονεί τη μέση ή τους ώμους του. Η κύρια κολοκύθα (tumba) λειτουργεί ως το κέντρο βάρους.
Ο οργανοποιός, κατά τη διάρκεια της συναρμολόγησης του dandi με το gulu, ελέγχει συνεχώς αν το όργανο γέρνει προς τα εμπρός. Αν το dandi είναι πολύ βαρύ (λόγω πυκνού ξύλου ή υπερβολικού πάχους), το σιτάρ θα "πέφτει" από την αγκαλιά του μουσικού. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο τεχνίτης αφαιρεί ξύλο εσωτερικά από το dandi ή επιλέγει μια ελαφρώς μεγαλύτερη πάνω κολοκύθα για να λειτουργήσει ως αντίβαρο. Η τέλεια ισορροπία επιτρέπει στο σιτάρ να στέκεται σχεδόν μόνο του όταν ο μουσικός κάθεται στη σωστή στάση (asana).
Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ "ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ" ΥΛΙΚΩΝ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ
Με την πάροδο των ετών, ορισμένα υλικά έχουν αντικατασταθεί για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος ή διαθεσιμότητας. Ενώ το οστό καμήλας παραμένει το πρότυπο, πολλοί οργανοποιοί πειραματίζονται με συνθετικά υλικά υψηλής πυκνότητας, όπως το TUSQ ή ειδικά πολυμερή, για την κατασκευή της γέφυρας (jawari).
Ωστόσο, η πρόκληση με τα συνθετικά υλικά είναι η θερμική τους συμπεριφορά. Το φυσικό οστό έχει την ιδιότητα να μην αλλοιώνεται εύκολα από τη θερμότητα που παράγεται από την τριβή της χορδής κατά τη διάρκεια ενός έντονου meend. Οι οργανοποιοί που χρησιμοποιούν συνθετικά πρέπει να είναι διπλά προσεκτικοί στο φινίρισμα της επιφάνειας, καθώς η παραμικρή τραχύτητα μπορεί να οδηγήσει σε "κάψιμο" της χορδής ή σε αλλοίωση του τόνου μέσα σε λίγα λεπτά παιξίματος.
ΤΟ ΣΚΑΛΙΣΜΑ ΤΟΥ "VINA-STYLE" ΚΑΙ ΤΟ "DECORATIVE" ΣΙΤΑΡ
Υπάρχουν διαφορετικά στυλ κατασκευής που επηρεάζουν τη διακόσμηση. Το στυλ "Gayaki" (που θυμίζει το φωνητικό παίξιμο) τείνει να είναι πιο λιτό, εστιάζοντας στην καθαρότητα του ήχου. Αντίθετα, το στυλ "Instrumental" (όπως του Ravi Shankar) συχνά περιλαμβάνει πλούσια σκαλίσματα που καλύπτουν όλο το dandi και την πίσω πλευρά της κολοκύθας.
Αυτά τα σκαλίσματα, γνωστά ως "Angur Patta" (σχέδια αμπέλου), γίνονται με το χέρι πριν από το λουστράρισμα. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια σειρά από μικρά σκαρπέλα (rukhani) για να δημιουργήσει βάθος και σκιάσεις στο ξύλο. Είναι σημαντικό το σκάλισμα να μην εισχωρεί πολύ βαθιά στο dandi, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εξασθενήσει τη δομή του μπράτσου και να προκαλέσει σκεβρώματα υπό την πίεση των χορδών.
Η ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΤΩΝ ΤΡΥΠΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΕΣ ΧΟΡΔΕΣ
Κάθε μία από τις 11 έως 13 συμπαθητικές χορδές (tarab) πρέπει να βγει από το εσωτερικό του dandi στην επιφάνεια μέσα από μια μικρή τρύπα. Η τοποθέτηση αυτών των τρυπών είναι μια άσκηση γεωμετρίας. Πρέπει να βρίσκονται ανάμεσα στα τάστα και σε τέτοιο σημείο ώστε η χορδή να μην ακουμπά τα τοιχώματα της τρύπας.
Για να προστατευτεί το ξύλο από το "φάγωμα" που προκαλεί η ατσάλινη χορδή, ο οργανοποιός τοποθετεί μικρά δαχτυλίδια από οστό ή μέταλλο, τα "manka-tara". Αν αυτά δεν τοποθετηθούν σωστά, η χορδή θα δημιουργήσει μια εσοχή στο ξύλο με την πάροδο του χρόνου, κάτι που θα οδηγήσει σε τριγμούς και απώλεια του κουρδίσματος. Η ευθυγράμμιση αυτών των τρυπών πρέπει να είναι απόλυτα ευθεία προς τη μικρή γέφυρα (chhota jawari) στη βάση του οργάνου.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΟΡΔΕΣ (WIRE GAUGES)
Η κατασκευή ολοκληρώνεται με την επιλογή των κατάλληλων χορδών. Δεν χρησιμοποιούνται όλες οι χορδές με το ίδιο πάχος. Ο οργανοποιός επιλέγει το gauge (διάμετρο) ανάλογα με το μέγεθος του σιτάρ και το επιθυμητό κούρδισμα (συνήθως C# ή D).
Η κύρια χορδή (Ma) είναι συνήθως από ατσάλι υψηλής περιεκτικότητας σε άνθρακα, ενώ οι χορδές βάσου (Pa και Sa) είναι από ορείχαλκο ή χαλκό για να δίνουν έναν πιο ζεστό και γεμάτο ήχο. Η ποιότητα του σύρματος είναι καθοριστική: πρέπει να είναι απόλυτα κυλινδρικό και χωρίς οξειδώσεις. Πολλοί κατασκευαστές προτιμούν γερμανικό ή αγγλικό ατσάλι για τις κύριες χορδές, καθώς προσφέρει μεγαλύτερη ελαστικότητα, απαραίτητη για τα μεγάλα meends της ινδικής μουσικής.
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ "ΑΝΟΙΓΜΑ" ΤΟΥ ΗΧΟΥ (FINAL TUNING)
Αφού το σιτάρ συναρμολογηθεί πλήρως, περνά από μια περίοδο "στρωσίματος". Οι χορδές κουρδίζονται λίγο ψηλότερα από το κανονικό για να ασκήσουν πίεση στο tabli και να το αναγκάσουν να "καθίσει". Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο οργανοποιός παίζει το όργανο καθημερινά, παρατηρώντας πώς ανταποκρίνεται το ξύλο.
Αν παρατηρηθεί ότι κάποια περιοχή του dandi "νεκρώνει" τον ήχο, μπορεί να χρειαστεί επιπλέον τρίψιμο ή ρύθμιση κάποιου τάστου. Το τελικό Jawari (το λιμάρισμα της γέφυρας) γίνεται συνήθως την τελευταία ημέρα πριν την παράδοση, παρουσία του μουσικού αν είναι δυνατόν, ώστε ο ήχος να ρυθμιστεί ακριβώς στις δικές του προτιμήσεις (πιο "ανοιχτός" ή πιο "κλειστός" ήχος).
Η ΣΤΕΡΕΩΣΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΜΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ GULU
Η σύνδεση του λαιμού με το αντηχείο δεν είναι μια απλή ξυλουργική εργασία, αλλά μια δομική πρόκληση που καθορίζει τη μακροζωία του οργάνου. Το gulu, το ξύλινο τμήμα που αγκαλιάζει την κολοκύθα, πρέπει να έχει τη σωστή μάζα. Αν είναι πολύ λεπτό, η πίεση των χορδών θα προκαλέσει ρωγμές στην κολοκύθα. Αν είναι υπερβολικά ογκώδες, θα απορροφήσει τις δονήσεις πριν αυτές φτάσουν στο tabli, μειώνοντας την ένταση του οργάνου.
Οι έμπειροι τεχνίτες χρησιμοποιούν μια τεχνική "διπλής ασφάλισης". Πέρα από την ισχυρή ζωική κόλλα, τοποθετούνται εσωτερικά ξύλινα στηρίγματα που λειτουργούν ως νεύρα. Αυτά τα νεύρα ξεκινούν από το εσωτερικό του dandi και καταλήγουν στην εσωτερική επιφάνεια του tabli. Με αυτόν τον τρόπο, η ενέργεια της χορδής μεταφέρεται απευθείας στην επιφάνεια που παράγει τον ήχο, παρακάμπτοντας τις απώλειες που θα προκαλούσε μια απλή εξωτερική ένωση.
Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΗΧΟΥ: KHULA ΚΑΙ BAND JAWARI
Στην κατασκευή του σιτάρ, η επιλογή μεταξύ "ανοιχτού" (khula) και "κλειστού" (band) ήχου είναι μια απόφαση που λαμβάνεται νωρίς στη διαδικασία. Ο "ανοιχτός" ήχος χαρακτηρίζεται από έναν έντονο, σχεδόν μεταλλικό τριγμό που γεμίζει το φάσμα με αρμονικές. Για να επιτευχθεί αυτό, η καμπυλότητα της γέφυρας jawari λιμάρεται με τέτοιο τρόπο ώστε η χορδή να εφάπτεται σε μια μεγαλύτερη επιφάνεια του οστού, δημιουργώντας συνεχή τριβή.
Αντίθετα, ο "κλειστός" ήχος είναι πιο σκοτεινός, πιο "στρογγυλός" και θυμίζει περισσότερο τον ήχο του βιολιού ή του τσέλο στην καθαρότητά του. Εδώ, η γέφυρα λιμάρεται έτσι ώστε το σημείο επαφής να είναι πιο περιορισμένο. Ο οργανοποιός πρέπει να γνωρίζει τη σχολή (Gharana) του μουσικού: οι παίκτες της Imdadkhani Gharana προτιμούν συνήθως έναν πιο "ανοιχτό" ήχο που ευνοεί τις γρήγορες εκτελέσεις, ενώ οι παίκτες της Maihar Gharana συχνά αναζητούν έναν πιο βαθύ και διαλογιστικό τόνο.
Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΤΑΣΗΣ ΣΤΟ DANDI
Το dandi του σιτάρ δέχεται συνολική πίεση που μπορεί να ξεπεράσει τα 50 κιλά. Για να παραμείνει το ξύλο ίσιο, ο οργανοποιός εφαρμόζει την τεχνική της "προ-έντασης". Κατά το σκάλισμα του βραχίονα, δίνεται μια ανεπαίσθητη αντίθετη κλίση (back-bow). Όταν τοποθετηθούν οι χορδές και κουρδιστούν στην τελική τους συχνότητα, η πίεση έρχεται να ισιώσει το ξύλο, φέρνοντάς το στην τέλεια ευθεία.
Αν ο οργανοποιός έφτιαχνε το dandi απόλυτα ίσιο από την αρχή, η τάση των χορδών θα το λύγιζε προς τα μέσα (forward-bow), με αποτέλεσμα η απόσταση των χορδών από τα τάστα να μεγαλώσει υπερβολικά, κάνοντας το όργανο δύσχρηστο. Αυτή η γνώση της συμπεριφοράς του ξύλου υπό πίεση είναι που διαχωρίζει έναν master οργανοποιό από έναν απλό τεχνίτη.
Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΣΚΑΛΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ (KANGARI) ΣΤΗ ΒΑΣΗ
Το σκάλισμα στη βάση του λαιμού, εκεί όπου συναντά την κολοκύθα, ονομάζεται kangari. Πρόκειται για μια σειρά από ανάγλυφα φύλλα που "αγκαλιάζουν" το σώμα του οργάνου. Η κατασκευή τους γίνεται με ειδικά κυρτά σκαρπέλα. Πρώτα σχεδιάζεται το μοτίβο με μολύβι πάνω στο ξύλο και στη συνέχεια αφαιρείται το υλικό γύρω από τις γραμμές για να δοθεί το βάθος.
Στα σιτάρ υψηλής ποιότητας, το kangari είναι "κούφιο" εσωτερικά (undercut), δίνοντας την εντύπωση ότι τα φύλλα είναι ανεξάρτητα από το σώμα του οργάνου. Αυτή η λεπτομέρεια δεν προσφέρει μόνο ομορφιά, αλλά μειώνει και το περιττό βάρος στο gulu, επιτρέποντας στο όργανο να αντηχεί πιο ελεύθερα. Μετά το σκάλισμα, οι λεπτομέρειες τονίζονται με μαύρη ή κόκκινη μελάνη πριν περαστεί το τελικό λούστρο.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΣΙΜΟ ΤΩΝ ΤΑΣΤΩΝ
Το υλικό που χρησιμοποιείται για να δεθούν τα τάστα (parda) πάνω στο dandi παίζει ρόλο στη σταθερότητα του κουρδίσματος. Παραδοσιακά χρησιμοποιείται νήμα από μετάξι, το οποίο είναι εξαιρετικά ισχυρό και δεν επηρεάζεται εύκολα από τις αλλαγές της θερμοκρασίας. Ωστόσο, το μετάξι έχει την τάση να "γλιστράει" πάνω στο λείο ξύλο.
Για να αντιμετωπιστεί αυτό, ο οργανοποιός τρίβει την περιοχή κάτω από το δέσιμο με λίγη σκόνη κολοφωνίου (resin). Αυτό αυξάνει την τριβή και κρατά το τάστο σταθερό στη θέση του, ακόμα και όταν ο μουσικός ασκεί μεγάλη πίεση κατά τη διάρκεια ενός meend. Στα σύγχρονα σιτάρ χρησιμοποιείται συχνά παχύ νήμα νάιλον, το οποίο είναι πιο ανθεκτικό στην υγρασία, αλλά πολλοί παραδοσιακοί μουσικοί επιμένουν στο μετάξι για την "αίσθηση" που προσφέρει στο χέρι.
Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΛΟΚΥΘΑΣ (TUMBA)
Πολλοί πιστεύουν ότι η κολοκύθα είναι άδεια εσωτερικά, αλλά στην πραγματικότητα η προετοιμασία του εσωτερικού της είναι ζωτικής σημασίας. Μετά τον καθαρισμό από τους σπόρους και τις ίνες, το εσωτερικό τοίχωμα τρίβεται με χοντρό σμυριδόχαρτο. Ένα πολύ λείο εσωτερικό τοίχωμα θα προκαλούσε απότομες ανακλάσεις του ήχου, κάνοντας το όργανο να ακούγεται τραχύ.
Αντίθετα, μια ελαφρώς τραχιά επιφάνεια βοηθά στη διάχυση του ήχου, δημιουργώντας έναν πιο γλυκό και πλούσιο τόνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο οργανοποιός εφαρμόζει ένα λεπτό στρώμα ειδικού βερνικιού στο εσωτερικό για να "σφραγίσει" τους πόρους της κολοκύθας και να την προστατεύσει από τα έντομα και την υγρασία, διασφαλίζοντας ότι η πυκνότητα του αντηχείου θα παραμείνει σταθερή για δεκαετίες.
ΤΟ ΦΙΝΙΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΚΡΩΝ ΤΩΝ ΤΑΣΤΩΝ
Μια λεπτομέρεια που συχνά διαφεύγει της προσοχής, αλλά είναι καθοριστική για την άνεση του μουσικού, είναι το φινίρισμα των άκρων των τάστων. Οι άκρες των μεταλλικών ράβδων πρέπει να λιμαριστούν σε γωνία 45 μοιρών και στη συνέχεια να λειανθούν μέχρι να γίνουν απόλυτα στρογγυλεμένες.
Επειδή ο μουσικός μετακινεί το χέρι του με μεγάλη ταχύτητα πάνω και κάτω στο dandi, οποιαδήποτε αιχμηρή άκρη θα μπορούσε να προκαλέσει τραυματισμό. Ο οργανοποιός ελέγχει το φινίρισμα περνώντας ένα λεπτό μεταξωτό ύφασμα πάνω από τα τάστα: αν το ύφασμα σκαλώσει έστω και ελάχιστα, η λείανση συνεχίζεται. Αυτή η σχολαστικότητα στην κατασκευή είναι που επιτρέπει την εκτέλεση των πολύπλοκων και γρήγορων περασμάτων της ινδικής κλασικής μουσικής.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ "ΨΕΥΔΟΥΣ" ΚΑΜΠΥΛΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ TABLI
Το tabli, το ξύλινο κάλυμμα της κολοκύθας, φαίνεται επίπεδο με την πρώτη ματιά, αλλά ένας έμπειρος οργανοποιός γνωρίζει ότι πρέπει να έχει μια ανεπαίσθητη "θολωτή" κλίση. Αυτή η κλίση δημιουργείται σκαλίζοντας το ξύλο έτσι ώστε το κέντρο του να είναι ελάχιστα χιλιοστά πιο ψηλά από τις άκρες του, εκεί όπου εφάπτεται με το gulu και το langot.
Αυτή η δομική λεπτομέρεια επιτρέπει στο tabli να λειτουργεί ως ελατήριο. Όταν οι χορδές ασκούν την πίεση τους προς τα κάτω μέσω της γέφυρας, το tabli δεν "βουλιάζει", αλλά έρχεται σε μια κατάσταση απόλυτης έντασης. Αυτή η εσωτερική τάση είναι που δίνει στο σιτάρ την ικανότητα να παράγει έναν ήχο που "προβάλλεται" μακριά, γεμίζοντας μια αίθουσα συναυλιών χωρίς την ανάγκη ηλεκτρονικής ενίσχυσης. Αν το tabli ήταν εντελώς επίπεδο, η πίεση θα το "έπνιγε", κάνοντας τον ήχο θαμπό και χωρίς διάρκεια.
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ "ΘΕΡΜΗΣ" ΚΑΜΠΥΛΩΣΗΣ ΤΩΝ ΤΑΣΤΩΝ
Τα τάστα του σιτάρ κατασκευάζονται από ορείχαλκο ή ατσάλι, αλλά δεν αγοράζονται έτοιμα σε καμπυλωτή μορφή. Ο οργανοποιός ξεκινά με ίσιες ράβδους μετάλλου. Για να πάρουν το χαρακτηριστικό σχήμα τόξου, οι ράβδοι θερμαίνονται ελαφρά και στη συνέχεια λυγίζονται πάνω σε ένα κυλινδρικό καλούπι που αντιστοιχεί στη διάμετρο του dandi.
Η καμπυλότητα πρέπει να είναι απόλυτα ομοιόμορφη σε όλα τα τάστα. Αν ένα τάστο είναι πιο "ανοιχτό" από το άλλο, δεν θα εφάπτεται σωστά στις άκρες του μπράτσου, με αποτέλεσμα να κινείται κατά το παίξιμο. Μετά το λύγισμα, τα τάστα υποβάλλονται σε μια διαδικασία "σκλήρυνσης" (tempering) με απότομη ψύξη, ώστε να διατηρήσουν το σχήμα τους παρά τις χιλιάδες ώρες πίεσης που θα δεχτούν από τα δάχτυλα του μουσικού.
Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ "MOGARA" ΚΑΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ CHIKARI
Οι χορδές chikari, που δίνουν τον ρυθμικό παλμό, απαιτούν μια πολύ συγκεκριμένη γωνία προσέγγισης προς τη γέφυρα. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση του mogara, ενός μικρού πύργου από οστό που τοποθετείται στο πλάι του dandi. Η τρύπα για το mogara πρέπει να ανοιχτεί με ακρίβεια μοίρας, ώστε το εξάρτημα να μην πετάγεται έξω από την τάση της χορδής.
Ο οργανοποιός ρυθμίζει το ύψος του mogara λιμάροντας την κορυφή του. Η χορδή chikari πρέπει να βρίσκεται ακριβώς στο ίδιο επίπεδο με την κύρια χορδή παιξίματος (Baj) στο σημείο που ο μουσικός χτυπά με το mizrab, αλλά να αποκλίνει προς τα κάτω καθώς πλησιάζει προς τα κλειδιά. Αυτή η τρισδιάστατη ευθυγράμμιση είναι που επιτρέπει στον μουσικό να παίζει το jhala με ταχύτητα κεραυνού χωρίς να μπερδεύονται οι χορδές μεταξύ τους.
Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ "ΓΟΜΑΛΑΚΑΣ" ΩΣ ΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΦΙΛΤΡΟ
Το λουστράρισμα με γομαλάκα (shellac) δεν γίνεται μόνο για την εμφάνιση. Η γομαλάκα είναι μια φυσική ρητίνη που, όταν στεγνώνει, δημιουργεί ένα πολύ σκληρό αλλά λεπτό στρώμα. Σε αντίθεση με τα σύγχρονα βερνίκια πολυουρεθάνης που "πνίγουν" το ξύλο σαν πλαστική μεμβράνη, η γομαλάκα ενσωματώνεται στους πόρους του ξύλου.
Ο οργανοποιός εφαρμόζει το λούστρο με κυκλικές κινήσεις, χρησιμοποιώντας ένα πανί (pad) εμποτισμένο με οινόπνευμα και ρητίνη. Κάθε στρώμα πρέπει να είναι τόσο λεπτό ώστε να στεγνώνει σχεδόν αμέσως. Αυτή η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει μέρες. Το αποτέλεσμα είναι μια επιφάνεια που προστατεύει το όργανο από την υγρασία, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει στο ξύλο να δονείται ελεύθερα. Η γομαλάκα λειτουργεί ουσιαστικά ως ένα ακουστικό φίλτρο που ενισχύει τις υψηλές αρμονικές συχνότητες, δίνοντας στο σιτάρ τη χαρακτηριστική του "λάμψη".
Η ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΣΗ ΤΩΝ "TARAB" ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΤΑΣΤΑ
Οι συμπαθητικές χορδές (tarab) περνούν μέσα από το κούφιο dandi και βγαίνουν στην επιφάνεια μέσω μικρών οδηγών. Η μεγαλύτερη πρόκληση στην κατασκευή είναι να διασφαλιστεί ότι αυτές οι χορδές παραμένουν απόλυτα παράλληλες μεταξύ τους και δεν ακουμπούν τα τάστα από κάτω.
Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί μια ειδική χτένα (guide) στη βάση του οργάνου για να ορίσει την απόσταση μεταξύ των tarab. Αν δύο συμπαθητικές χορδές είναι πολύ κοντά, μπορεί να αρχίσουν να δονούνται η μία πάνω στην άλλη, προκαλώντας έναν ανεπιθύμητο μεταλλικό θόρυβο. Επίσης, το ύψος των tarab πρέπει να είναι τέτοιο ώστε, ακόμα και όταν ο μουσικός πιέζει την κύρια χορδή πάνω στο τάστο, η κύρια χορδή να μην έρχεται σε επαφή με τις συμπαθητικές. Αυτό απαιτεί μια απόσταση μόλις 2-3 χιλιοστών, που πρέπει να διατηρείται σταθερή σε όλο το μήκος του μπράτσου.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ "GULLU" ΣΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΣΙΤΑΡ
Στα σύγχρονα σιτάρ, το gullu (η ένωση λαιμού-σώματος) συχνά ενισχύεται με τη χρήση ειδικών μιγμάτων κόλλας και σκόνης ξύλου για να αποφευχθούν οι ρωγμές που παρατηρούνταν σε παλαιότερα όργανα λόγω των αεροπορικών ταξιδιών και των αλλαγών στο κλίμα. Ο οργανοποιός δημιουργεί ένα "κλείδωμα" (mortise and tenon joint) που είναι πολύ πιο ισχυρό από μια απλή επιφανειακή κόλληση.
Το σχήμα του gullu σκαλίζεται έτσι ώστε να θυμίζει το λαιμό ενός κύκνου ή να έχει αυστηρές γεωμετρικές γραμμές, ανάλογα με την αισθητική σχολή. Η προσοχή στη λεπτομέρεια εδώ είναι τέτοια που, μετά το λουστράρισμα, η ένωση πρέπει να είναι εντελώς αόρατη, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι το σιτάρ έχει σκαλιστεί από ένα μοναδικό, τεράστιο κομμάτι ξύλου.
ΤΟ "ΜΥΣΤΙΚΟ" ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ (CHHOTA JAWARI)
Ενώ όλοι εστιάζουν στη μεγάλη γέφυρα, η μικρή γέφυρα (chhota jawari) των συμπαθητικών χορδών είναι αυτή που δημιουργεί το "βάθος" του ήχου. Κατασκευάζεται από ένα μικρό, παραλληλόγραμμο κομμάτι οστού που τοποθετείται μπροστά από την κύρια γέφυρα.
Η επιφάνεια της μικρής γέφυρας πρέπει να έχει μια πολύ πιο απότομη καμπυλότητα από τη μεγάλη. Αυτό συμβαίνει γιατί οι χορδές tarab είναι πολύ πιο λεπτές και έχουν λιγότερη τάση. Για να αντηχήσουν "συμπαθητικά", χρειάζονται μια επιφάνεια jawari που να ενεργοποιείται με την παραμικρή δόνηση. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια πολύ ψιλή λίμα και ελέγχει τον ήχο κάθε χορδής ξεχωριστά, μέχρι να ακούσει το χαρακτηριστικό "άνοιγμα" της αντήχησης που θυμίζει εκκλησιαστικό όργανο.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ "ΚΑΡΔΙΑΣ" ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ (WOOD GRAIN ALIGNMENT)
Στην προχωρημένη οργανοποιία του σιτάρ, η κατεύθυνση των ινών του ξύλου (grain) δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή, αλλά δομική αναγκαιότητα. Ο τεχνίτης εξετάζει τον κορμό του ξύλου Tun και επιλέγει το τμήμα εκείνο όπου οι ίνες είναι απόλυτα παράλληλες και πυκνές. Αυτό το τμήμα ονομάζεται "καρδιά" και χρησιμοποιείται για την κατασκευή του dandi.
Η ευθυγράμμιση των ινών πρέπει να ακολουθεί το μήκος του μπράτσου. Αν οι ίνες "τρέχουν" διαγώνια, το ξύλο θα έχει την τάση να συστρέφεται (torsion) με την πάροδο του χρόνου λόγω της ανομοιόμορφης τάσης των χορδών. Ένα σιτάρ με συστρεμμένο dandi είναι αδύνατο να κουρδιστεί σωστά, καθώς τα τάστα δεν θα είναι πλέον παράλληλα με τις χορδές. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί παραδοσιακά εργαλεία μέτρησης και το μάτι του για να διασφαλίσει ότι η "γραμμή" του ξύλου είναι ακριβώς στην ίδια ευθεία με τη μελλοντική διαδρομή των χορδών.
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ "ΚΟΥΦΙΑΣ" ΓΕΦΥΡΑΣ (HOLLOW BRIDGE)
Ενώ η εξωτερική επιφάνεια της jawari (γέφυρας) είναι αυτή που παράγει τον τριγμό, η εσωτερική της κατασκευή επηρεάζει τον όγκο του ήχου. Σε πολλά σιτάρ υψηλής ποιότητας, η γέφυρα από οστό δεν είναι ένα συμπαγές μπλοκ. Ο τεχνίτης σκαλίζει την κάτω πλευρά της γέφυρας, εκεί που ακουμπά στο tabli, δημιουργώντας μια μικρή κοιλότητα.
Αυτή η κοιλότητα επιτρέπει στη γέφυρα να λειτουργεί ως αντηχείο πριν ακόμα η δόνηση περάσει στο ξύλινο καπάκι. Επίσης, μειώνει το συνολικό βάρος που πιέζει το tabli, επιτρέποντάς του να πάλλεται με μεγαλύτερο πλάτος (amplitude). Η ρύθμιση του βάθους αυτής της κοιλότητας είναι μια λεπτή διαδικασία: αν αφαιρεθεί πολύ υλικό, η γέφυρα μπορεί να σπάσει υπό την πίεση των χορδών· αν αφαιρεθεί λίγο, ο ήχος παραμένει "κλειστός" και χωρίς προβολή.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ "SUT" ΣΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΜΑ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ
Κατά την κατασκευή και την πρώτη τοποθέτηση των χορδών, ο οργανοποιός εφαρμόζει την τεχνική του sut (νήμα). Πρόκειται για την τοποθέτηση ενός μικρού νήματος από μετάξι ανάμεσα στη χορδή και την επιφάνεια της γέφυρας jawari. Αυτό το νήμα βοηθά στον εντοπισμό του ακριβούς σημείου όπου η χορδή "ανοίγει" τον ήχο της.
Μετακινώντας το νήμα μπρος-πίσω, ο τεχνίτης βρίσκει το σημείο της ιδανικής καμπυλότητας. Μόλις βρεθεί αυτό το σημείο, ο οργανοποιός λιμάρει το οστό στο συγκεκριμένο σημείο για να "μονιμοποιήσει" την απόδοση χωρίς την ανάγκη του νήματος. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται για κάθε μία από τις επτά κύριες χορδές ξεχωριστά, καθώς κάθε χορδή έχει διαφορετικό πάχος και τάση, άρα απαιτεί και διαφορετική μικρο-καμπυλότητα στη γέφυρα.
Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΟΚΥΘΑΣ ΜΕ "KHARI" (ΦΥΣΙΚΟ ΣΤΕΓΑΝΩΤΙΚΟ)
Η tumba (κολοκύθα) είναι εξαιρετικά ευαίσθητη στην υγρασία, η οποία μπορεί να την κάνει να "μαλακώσει" και να χάσει την ακουστική της λαμπρότητα. Πριν από το τελικό λουστράρισμα, οι οργανοποιοί χρησιμοποιούν ένα μείγμα από φυσικά άλατα και ρητίνες, γνωστό ως khari, για να επεξεργαστούν την εξωτερική επιφάνεια.
Αυτό το υλικό διεισδύει στους πόρους της κολοκύθας και τους "πετρώνει". Έτσι, η κολοκύθα αποκτά μια υφή που θυμίζει περισσότερο κεραμικό παρά φυτικό προϊόν. Αυτή η σκλήρυνση είναι απαραίτητη για να αντανακλάται ο ήχος στο εσωτερικό της με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Επιπλέον, το khari λειτουργεί ως φυσικό απωθητικό για τα ξυλοφάγα έντομα, τα οποία αποτελούν τον μεγαλύτερο εχθρό των παραδοσιακών οργάνων στην Ινδία.
Η ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΣΗ ΤΩΝ "TARAB KHUNTI" (ΜΙΚΡΑ ΚΛΕΙΔΙΑ)
Τα μικρά κλειδιά για τις συμπαθητικές χορδές (tarab khunti) τοποθετούνται σε μια σειρά κατά μήκος του dandi. Η τρύπα για κάθε κλειδί πρέπει να ανοιχτεί με τέτοια γωνία ώστε η χορδή να μην βρίσκει στο προηγούμενο ή το επόμενο κλειδί.
Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί μια διαγώνια διάταξη, όπου κάθε κλειδί είναι ελαφρώς μετατοπισμένο σε σχέση με το ύψος του. Αυτό δημιουργεί μια "σκάλα" χορδών στο εσωτερικό του μπράτσου. Η ακρίβεια εδώ είναι κρίσιμη: αν μια τρύπα ανοιχτεί έστω και δύο μοίρες λάθος, η χορδή θα ακουμπά στο ξύλο και θα παράγει έναν "νεκρό" ήχο, καταστρέφοντας το εφέ της συμπαθητικής αντήχησης που είναι το σήμα κατατεθέν του σιτάρ.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ "NAKKA" ΣΤΟ ΠΑΝΩ ΜΕΡΟΣ
Το nakka είναι η περιοχή του dandi όπου ο λαιμός αρχίζει να πλαταίνει για να υποδεχτεί τα μεγάλα κλειδιά. Σε αυτό το σημείο, το ξύλο πρέπει να είναι ιδιαίτερα παχύ και ενισχυμένο. Ο οργανοποιός σκαλίζει το nakka έτσι ώστε να δημιουργεί μια φυσική καμπύλη που οδηγεί τις χορδές προς την ara (πάνω γέφυρα).
Σε αυτό το σημείο, η πίεση των χορδών τείνει να "ανοίξει" το ξύλο. Για να αποφευχθεί αυτό, τοποθετούνται συχνά εσωτερικά δαχτυλίδια ή ενισχύσεις από οστό που "δένουν" το ξύλο περιμετρικά. Η αισθητική του nakka ακολουθεί συχνά το σχήμα του κεφαλιού ενός πουλιού ή ενός λωτού, προσθέτοντας στην οπτική μεγαλοπρέπεια του οργάνου.
ΤΟ ΦΙΝΙΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ ΜΕ "ΛΑΔΙ" (STRING OILING)
Μετά την πλήρη συναρμολόγηση και πριν την πρώτη δοκιμή, ο οργανοποιός περνά τις χορδές με ένα πολύ λεπτό στρώμα από λάδι αμυγδάλου ή ειδικό ορυκτέλαιο. Αυτό δεν γίνεται μόνο για την προστασία από τη σκουριά. Το λάδι βοηθά το mizrab (την πένα) να γλιστρά πιο ομαλά πάνω στο μέταλλο και μειώνει τον θόρυβο που κάνει το δάχτυλο του μουσικού καθώς κινείται πάνω στις χορδές.
Αυτή η λεπτομέρεια είναι ζωτικής σημασίας για τις ηχογραφήσεις, όπου ο παραμικρός "συρτός" ήχος μπορεί να γίνει αντιληπτός. Ο οργανοποιός τρίβει κάθε χορδή ξεχωριστά με ένα μαλακό πανί, διασφαλίζοντας ότι δεν υπάρχει υπερβολική ποσότητα που θα μπορούσε να λερώσει τα τάστα ή να "πνίξει" τις δονήσεις της χορδής.
Η ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΠΛΗΡΩΣΗΣ (GULLU FILLERS)
Στην ένωση του dandi με την tumba, ο οργανοποιός συχνά αντιμετωπίζει μικροσκοπικά κενά λόγω της φυσικής ανωμαλίας της κολοκύθας. Για να διασφαλιστεί η απόλυτη ηχητική συνέχεια, χρησιμοποιείται ένα ειδικό μείγμα πλήρωσης. Αυτό το μείγμα αποτελείται από πολύ ψιλή σκόνη ξύλου Tun, αναμεμειγμένη με θερμή ζωική κόλλα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια ελάχιστη ποσότητα σκόνης οστού.
Αυτό το υλικό δεν λειτουργεί απλώς ως "στόκος". Όταν ξεραίνεται, αποκτά την ίδια πυκνότητα με το ξύλο, επιτρέποντας στα ηχητικά κύματα να ταξιδεύουν από το μπράτσο προς το αντηχείο χωρίς να συναντούν "μαλακά" σημεία που θα απορροφούσαν την ενέργεια. Η σωστή αναλογία σκόνης και κόλλας είναι το μυστικό: αν η κόλλα είναι υπερβολική, το σημείο γίνεται εύθραυστο και μπορεί να ραγίσει· αν είναι λίγη, η ένωση δεν θα έχει τη δομική ισχύ που απαιτείται για να αντέξει την τάση των 20+ χορδών.
Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ "JIVA" (Η ΚΛΩΣΤΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ)
Μια από τις πιο λεπτές ρυθμίσεις κατά την ολοκλήρωση της κατασκευής είναι η τοποθέτηση της jiva (ή jivari thread). Πρόκειται για μια λεπτή κλωστή, συνήθως από μετάξι ή βαμβάκι, που τοποθετείται ανάμεσα στη χορδή και τη γέφυρα jawari. Αν και ο οργανοποιός έχει ήδη λιμάρει τη γέφυρα, η jiva επιτρέπει στον μουσικό να κάνει μικρορυθμίσεις στον "τριγμό" του οργάνου ανάλογα με την υγρασία της ημέρας.
Η κατασκευή της γέφυρας πρέπει να προβλέπει το χώρο για αυτή την κλωστή. Η καμπυλότητα του οστού σκαλίζεται έτσι ώστε η jiva να μπορεί να μετακινηθεί μερικά χιλιοστά μπρος ή πίσω. Αυτή η μετακίνηση αλλάζει το σημείο επαφής της χορδής με το οστό, μεταμορφώνοντας τον ήχο από "στεγνό" σε "πλούσιο". Η jiva θεωρείται η "ανάσα" του σιτάρ, και ένας κατασκευαστής που δεν κατανοεί τη δυναμική της jiva δεν μπορεί να παραδώσει ένα όργανο συναυλιακού επιπέδου.
Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΥΠΩΝ ΤΩΝ ΚΛΕΙΔΙΩΝ (KHUNTI HOLES)
Η διάνοιξη των τρυπών για τα μεγάλα κλειδιά στο nakka απαιτεί απόλυτη ευθυγράμμιση. Ο οργανοποιός δεν ανοίγει τις τρύπες σε μια ευθεία γραμμή, αλλά σε μια ελαφριά κλιμακωτή διάταξη. Αυτό γίνεται για δύο λόγους: πρώτον, για να μην εξασθενήσει το ξύλο σε ένα συγκεκριμένο σημείο (κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σπάσιμο του μπράτσου) και δεύτερον, για να έχουν οι χορδές επαρκή απόσταση μεταξύ τους καθώς οδεύουν προς την ara.
Κάθε τρύπα λειαίνεται εσωτερικά με ένα ειδικό κωνικό εργαλείο που ταιριάζει ακριβώς με την κλίση του khunti. Μετά τη λείανση, το εσωτερικό της τρύπας "καίγεται" ελαφρά με ένα ζεστό μεταλλικό στέλεχος. Αυτή η διαδικασία σκληραίνει τις ίνες του ξύλου εσωτερικά, δημιουργώντας μια λεία και ανθεκτική επιφάνεια που αποτρέπει το "κόλλημα" του κλειδιού λόγω υγρασίας, εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι το κούρδισμα θα παραμείνει σταθερό ακόμα και κάτω από μεγάλες πιέσεις.
Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ "TARAB" BRIDGE (CHHOTA JAWARI)
Η μικρή γέφυρα για τις συμπαθητικές χορδές τοποθετείται συνήθως πάνω σε μια μικρή ξύλινη βάση που είναι κολλημένη στο tabli. Η κατασκευή αυτής της βάσης είναι κρίσιμη. Πρέπει να είναι αρκετά ψηλή ώστε οι χορδές tarab να περνούν κάτω από την κύρια γέφυρα χωρίς να την αγγίζουν, αλλά αρκετά χαμηλή ώστε να μην εμποδίζουν τη δόνηση του καπακιού.
Το οστό της μικρής γέφυρας σκαλίζεται με μια πολύ απότομη καμπύλη στην πίσω πλευρά του. Αυτό δίνει στις λεπτές χορδές την απαραίτητη "ελευθερία" να δονούνται συμπαθητικά όταν ο μουσικός παίζει την αντίστοιχη νότα στις κύριες χορδές. Ο οργανοποιός ελέγχει τη μικρή γέφυρα χτυπώντας κάθε συμπαθητική χορδή και παρατηρώντας τη διάρκεια της αντήχησης. Αν ο ήχος σβήνει γρήγορα, η καμπυλότητα της μικρής γέφυρας χρειάζεται περαιτέρω λιμάρισμα για να επιτευχθεί το επιθυμητό "echo" αποτέλεσμα.
ΤΟ ΣΚΑΛΙΣΜΑ ΤΟΥ "ANGUR PATTA" (ΜΟΤΙΒΟ ΑΜΠΕΛΟΥ)
Η διακόσμηση με το μοτίβο του αμπέλου (Angur Patta) είναι το σήμα κατατεθέν της σχολής της Καλκούτας. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια σειρά από "V" σκαρπέλα για να δημιουργήσει το περίγραμμα των φύλλων και των τσαμπιών. Το βάθος του σκαλίσματος πρέπει να είναι σταθερό σε όλη την επιφάνεια της κολοκύθας.
Επειδή η tumba έχει μεταβλητό πάχος, ο οργανοποιός πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικός για να μην τρυπήσει το αντηχείο. Το σκάλισμα ξεκινά από το gulu και απλώνεται προς τα κάτω, καλύπτοντας συχνά το ένα τρίτο της κολοκύθας. Μετά το σκάλισμα, οι επιφάνειες τρίβονται με πολύ ψιλό ατσάλινο σύρμα (steel wool) για να αφαιρεθούν οι ακμές, προετοιμάζοντας το έδαφος για τον χρωματισμό που θα αναδείξει τις λεπτομέρειες του σχεδίου.
Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ "CELLULOID" ENLAYS
Στα σύγχρονα σιτάρ, η χρήση celluloid (σε αντικατάσταση του οστού για τις μεγάλες επιφάνειες) απαιτεί μια ειδική τεχνική συγκόλλησης. Το celluloid είναι ένα θερμοπλαστικό υλικό που μπορεί να μαλακώσει και να πάρει το σχήμα της καμπύλης επιφάνειας του σιτάρ. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί ειδικά καλούπια και θερμότητα για να πιέσει τα διακοσμητικά φύλλα πάνω στο ξύλο.
Η πρόκληση εδώ είναι η διαστολή. Το ξύλο και το celluloid έχουν διαφορετικούς συντελεστές διαστολής. Αν η κόλληση δεν γίνει σωστά, το celluloid μπορεί να ξεκολλήσει ή να δημιουργήσει φυσαλίδες μετά από μερικούς μήνες. Οι κορυφαίοι κατασκευαστές χρησιμοποιούν ειδικές συνθέσεις κόλλας που παραμένουν ελαφρώς ελαστικές, επιτρέποντας στα δύο υλικά να "κινούνται" μαζί χωρίς να διαχωρίζονται, διατηρώντας την αισθητική αρτιότητα του οργάνου.
Η ΤΕΛΙΚΗ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ "TABLI" (SEASONING UNDER TENSION)
Μια από τις τελευταίες ενέργειες πριν την παράδοση είναι η σταθεροποίηση του tabli υπό τάση. Ο οργανοποιός κουρδίζει το σιτάρ μισό ή ένα ολόκληρο τόνο ψηλότερα από το κανονικό και το αφήνει σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον για 48 έως 72 ώρες. Αυτή η διαδικασία "εξαναγκάζει" τις ίνες του ξύλου να ευθυγραμμιστούν με τις δυνάμεις που ασκούν οι χορδές.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η γέφυρα jawari μπορεί να "βυθιστεί" ελάχιστα. Ο οργανοποιός παρακολουθεί αυτή τη μεταβολή και κάνει τις τελικές διορθώσεις στο ύψος της γέφυρας. Αυτό το στάδιο είναι απαραίτητο για να διασφαλιστεί ότι ο μουσικός δεν θα βρεθεί προ εκπλήξεως μετά από μερικές εβδομάδες χρήσης, όταν το όργανο θα έχει πλέον "ανοίξει" ηχητικά και οι δομικές του τάσεις θα έχουν εξισορροπηθεί.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΙ Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ "GUL" (ΤΟ ΡΟΔΑΚΑ)
Στο σημείο όπου το dandi (ο λαιμός) καταλήγει στην κορυφή του οργάνου, συχνά τοποθετείται ένα διακοσμητικό στοιχείο που ονομάζεται gul. Αυτό το κομμάτι, αν και φαίνεται απλώς αισθητικό, παίζει ρόλο στην απόσβεση των κραδασμών που δεν πρέπει να επιστρέψουν προς τις χορδές. Ο οργανοποιός σκαλίζει το gul από ένα μαλακότερο ξύλο, όπως το Tun, και το προσαρμόζει με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργεί ως τερματικός σταθμός για τις δονήσεις του μπράτσου.
Η καλλιτεχνική απεικόνιση του gul διαφέρει από περιοχή σε περιοχή. Στην Καλκούτα, το gul είναι συχνά ένα περίτεχνο σκάλισμα που θυμίζει μπουμπούκι λωτού, ενώ στο Μιράζ η προσέγγιση είναι πιο γεωμετρική. Η ένωση του gul με το dandi πρέπει να είναι απόλυτα στεγανή, καθώς οποιοδήποτε κενό σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να δημιουργήσει "παρασιτικούς" συντονισμούς, οι οποίοι θα ακούγονταν ως ένα ανεπαίσθητο σφύριγμα κατά τη διάρκεια του παιξίματος σε υψηλές συχνότητες.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ "KHOUNTI FITTING" (ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΛΕΙΔΙΩΝ)
Η τοποθέτηση των κλειδιών (khounti) είναι μια διαδικασία που απαιτεί τη χρήση ενός ειδικού εργαλείου, του "reamer", το οποίο ανοίγει την τρύπα στο ξύλο με την ακριβή κωνικότητα του κλειδιού. Ένας επαγγελματίας οργανοποιός δεν βασίζεται σε βιομηχανικά πρότυπα, καθώς κάθε κλειδί που σκαλίζεται στο χέρι έχει ελαφρώς διαφορετικές διαστάσεις.
Αφού ανοιχτεί η τρύπα, ο τεχνίτης χρησιμοποιεί ένα μείγμα από κιμωλία και στεγνό σαπούνι για να "στρώσει" την επαφή. Η κιμωλία προσφέρει την απαραίτητη τριβή για να μην γλιστράει το κλειδί υπό την πίεση της χορδής, ενώ το σαπούνι επιτρέπει την ομαλή περιστροφή χωρίς απότομα "πηδήματα" (jerks). Αν το κούρδισμα δεν είναι απόλυτα ομαλό, ο μουσικός θα δυσκολεύεται να βρει την ακριβή συχνότητα, κάτι που είναι καταστροφικό για το ινδικό σύστημα των Ragas, όπου η ακρίβεια του τόνου είναι το παν.
Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ "ARA" (ΠΑΝΩ ΓΕΦΥΡΑ)
Η ara είναι η πάνω γέφυρα που οδηγεί τις χορδές προς τα κλειδιά. Κατασκευάζεται από ένα συμπαγές κομμάτι οστού καμήλας και στερεώνεται στο nakka. Η κλίση της ara πρέπει να είναι τέτοια ώστε οι χορδές να ασκούν την κατάλληλη πίεση προς τα κάτω, εξασφαλίζοντας ότι η "ανοιχτή" χορδή θα έχει καθαρό ήχο.
Ο οργανοποιός χαράζει τις εγκοπές στην ara με μια πολύ λεπτή πριονωτή λίμα. Το πλάτος της εγκοπής πρέπει να ταιριάζει ακριβώς με το gauge (πάχος) της αντίστοιχης χορδής. Αν η εγκοπή είναι πολύ φαρδιά, η χορδή θα τρέμει μέσα σε αυτήν, προκαλώντας τριγμούς. Αν είναι πολύ στενή, η χορδή θα μαγκώνει, κάνοντας το κούρδισμα ασταθές. Η ara είναι το σημείο που καθορίζει το "spacing" (την απόσταση) μεταξύ των χορδών στο πάνω μέρος του οργάνου, επηρεάζοντας άμεσα την άνεση του αριστερού χεριού του μουσικού.
ΟΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΤΟΥ "LANGOT" (ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΧΟΡΔΩΝ)
Στη βάση της κολοκύθας, το langot λειτουργεί ως ο τελικός υποδοχέας όλης της ενέργειας του οργάνου. Στα σιτάρ ανώτερης ποιότητας, το langot δεν είναι μια απλή μεταλλική πλάκα, αλλά μια σύνθετη κατασκευή από ξύλο και οστό, ενισχυμένη εσωτερικά με μέταλλο.
Οι τρύπες από τις οποίες περνούν οι χορδές πρέπει να είναι λείες για να μην κόβεται το σύρμα. Ο οργανοποιός τοποθετεί μικρά "μάτια" από οστό σε κάθε τρύπα. Επίσης, το langot πρέπει να είναι ευθυγραμμισμένο με τη γέφυρα jawari σε τέτοιο βαθμό ώστε η γωνία των χορδών να είναι ομοιόμορφη. Μια λάθος τοποθέτηση του langot θα προκαλούσε πλευρική πίεση στη γέφυρα, με κίνδυνο αυτή να μετακινηθεί από τη θέση της ή να χαράξει το tabli με την πάροδο του χρόνου.
Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ "ACTION" ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ MEEND
Το meend είναι η τεχνική όπου ο μουσικός τραβάει τη χορδή προς τα κάτω για να παράγει συνεχόμενες νότες. Αυτό απαιτεί η απόσταση μεταξύ της χορδής και του τάστου να είναι ιδανική. Κατά την κατασκευή, ο οργανοποιός ελέγχει την "action" σε κάθε τάστο ξεχωριστά.
Αν η χορδή είναι πολύ κοντά στο τάστο, ο μουσικός δεν μπορεί να βάλει το δάχτυλό του από κάτω για να την τραβήξει. Αν είναι πολύ μακριά, το παίξιμο γίνεται κουραστικό και η νότα μπορεί να βγει "φάλτσα" λόγω υπερβολικής τάσης. Ο τεχνίτης ρυθμίζει αυτό το ύψος λιμάροντας είτε τη γέφυρα jawari είτε την πάνω γέφυρα ara. Η ιδανική action σε ένα σιτάρ είναι μια λεπτή ισορροπία που επιτρέπει την εκτέλεση meend έως και πέντε ημιτονίων στην κύρια χορδή (Ma), χωρίς η χορδή να γλιστράει έξω από το τάστο.
Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ "GULLU" ΜΕ "KACHHI"
Το gullu, το σημείο σύνδεσης λαιμού και κολοκύθας, ενισχύεται εσωτερικά με μια τεχνική που ονομάζεται kachhi. Πρόκειται για την τοποθέτηση στρωμάτων από λινό ύφασμα εμποτισμένο με θερμή ζωική κόλλα. Αυτό το "composit" υλικό, όταν στεγνώσει, γίνεται σκληρό σαν πέτρα, αλλά παραμένει ελαφρύ.
Αυτή η εσωτερική ενίσχυση αποτρέπει την παραμόρφωση της κολοκύθας στο σημείο όπου δέχεται τη μέγιστη πίεση. Χωρίς το kachhi, η tumba θα άρχιζε να "κάθεται" μετά από μερικά χρόνια, αλλάζοντας τη γωνία του dandi και καταστρέφοντας τη γεωμετρία του οργάνου. Ο οργανοποιός πρέπει να εφαρμόσει το kachhi με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καλύψει υπερβολική επιφάνεια του εσωτερικού της κολοκύθας, διατηρώντας το μέγιστο δυνατό όγκο αέρα για την αντήχηση.
ΤΟ "FINAL POLISHING" (ΤΕΛΙΚΟ ΓΥΑΛΙΣΜΑ)
Αφού το σιτάρ έχει περάσει όλα τα στάδια ελέγχου και ο ήχος έχει ρυθμιστεί, ακολουθεί το τελικό γυάλισμα. Αυτό γίνεται με μια πολύ ψιλή σκόνη, γνωστή ως "pumice powder", αναμεμειγμένη με λίγο λάδι. Αυτό το μείγμα τρίβεται πάνω στη γομαλάκα μέχρι η επιφάνεια να αποκτήσει μια καθρεφτίζουσα λάμψη.
Αυτό το στάδιο δεν είναι μόνο για την αισθητική. Μια απόλυτα λεία επιφάνεια εμποδίζει τη σκόνη και τον ιδρώτα του μουσικού από το να εισχωρήσουν στους πόρους του ξύλου. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα όργανο που δεν είναι μόνο ένα μουσικό εργαλείο υψηλής ακρίβειας, αλλά και ένα έργο τέχνης που αντανακλά την παράδοση αιώνων της ινδικής οργανοποιίας.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ" ΤΑΛΑΝΤΩΣΗΣ ΤΟΥ TABLI
Το tabli, η ξύλινη επιφάνεια που καλύπτει την κολοκύθα, είναι ο κύριος υπεύθυνος για τη μετατροπή της κινητικής ενέργειας των χορδών σε ηχητικά κύματα. Κατά την κατασκευή, ο οργανοποιός δεν κολλάει απλώς το ξύλο στην κολοκύθα. Πραγματοποιεί μια διαδικασία που ονομάζεται "κούρδισμα του καπακιού". Πριν από την οριστική συγκόλληση, ο τεχνίτης κρατά το tabli από ένα συγκεκριμένο σημείο (node) και το χτυπά ελαφρά, ακούγοντας τη θεμελιώδη συχνότητα δόνησής του.
Αν η συχνότητα είναι πολύ υψηλή, το tabli είναι πολύ παχύ και ο ήχος του σιτάρ θα είναι "σφιχτός". Αν είναι πολύ χαμηλή, το ξύλο είναι πολύ λεπτό και ο ήχος θα στερείται λαμπρότητας. Ο οργανοποιός αφαιρεί ξύλο από την εσωτερική πλευρά χρησιμοποιώντας μια κυρτή πλάνη, μέχρι το tabli να "τραγουδήσει" στην κατάλληλη νότα. Αυτή η λεπτομέρεια εξασφαλίζει ότι το αντηχείο θα ενισχύει τις σωστές αρμονικές, δίνοντας στο όργανο τη χαρακτηριστική του "προσωπικότητα".
Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ "TARAB" ΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΟ
Οι συμπαθητικές χορδές (tarab) πρέπει να διασχίσουν το εσωτερικό του μπράτσου και να βγουν στην επιφάνεια χωρίς να προκαλούν τριβή που θα μπορούσε να αλλοιώσει το κούρδισμα. Για να το επιτύχει αυτό, ο οργανοποιός κατασκευάζει μια σειρά από μικρά κανάλια στο εσωτερικό του dandi. Αυτά τα κανάλια ευθυγραμμίζονται με τις οπές των μικρών κλειδιών.
Η εσωτερική λείανση αυτών των καναλιών είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς ο χώρος είναι περιορισμένος. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μακριά, εύκαμπτα σύρματα τυλιγμένα με σμυριδόχαρτο για να λειάνει κάθε πέρασμα. Ένα τραχύ εσωτερικό κανάλι θα μπορούσε να παγιδεύσει τη χορδή tarab, με αποτέλεσμα ο μουσικός να δυσκολεύεται να την κουρδίσει με ακρίβεια. Η τέλεια ροή των χορδών στο εσωτερικό του οργάνου είναι ένδειξη υψηλής οργανοποιίας.
ΤΟ "ΚΛΕΙΔΩΜΑ" ΤΩΝ ΤΑΣΤΩΝ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΠΕΡΙΕΛΙΞΗΣ
Το δέσιμο των τάστων (parda) είναι μια εργασία που απαιτεί τεράστια μυϊκή δύναμη στα δάχτυλα. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί ένα ειδικό νήμα από μετάξι ή νάιλον, το οποίο περνά μέσα από τις δύο οπές στη βάση κάθε τάστου. Η τεχνική περιλαμβάνει μια διπλή περιέλιξη γύρω από το dandi, η οποία καταλήγει σε έναν κόμπο που "θάβεται" κάτω από τις προηγούμενες σπείρες.
Αυτό το δέσιμο πρέπει να είναι τόσο σφιχτό ώστε το τάστο να μην μετακινείται ούτε κατά ένα χιλιοστό, ακόμα και όταν ο μουσικός ασκεί την πίεση ενός meend (τραβήγματος). Ταυτόχρονα, το νήμα δεν πρέπει να είναι τόσο παχύ ώστε να εμποδίζει το χέρι του μουσικού να γλιστρά ελεύθερα στο πίσω μέρος του μπράτσου. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί κερί μέλισσας πάνω στο νήμα για να το κάνει πιο ανθεκτικό στην υγρασία και για να εξασφαλίσει ότι οι σπείρες θα παραμείνουν κολλημένες μεταξύ τους για χρόνια.
Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ "ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΗΣ" ΓΕΦΥΡΑΣ (SMALL JAWARI)
Η μικρή γέφυρα των tarab είναι ένα από τα πιο παρεξηγημένα μέρη του σιτάρ. Πολλοί πιστεύουν ότι είναι απλώς ένα στήριγμα, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί ως "πύλη" για την αντήχηση. Ο οργανοποιός πρέπει να δώσει στην επιφάνεια του οστού μια πολύ συγκεκριμένη κλίση, η οποία είναι διαφορετική για κάθε χορδή tarab.
Επειδή οι χορδές tarab είναι κουρδισμένες σε διαφορετικές νότες μιας Raga, η ανταπόκρισή τους στη γέφυρα ποικίλλει. Ο τεχνίτης ελέγχει κάθε χορδή ξεχωριστά: η νότα "Sa" (τονική) χρειάζεται περισσότερο "άνοιγμα" στη γέφυρα, ενώ οι υψηλότερες νότες χρειάζονται μια πιο "κλειστή" επιφάνεια για να μην ακούγονται διαπεραστικές. Η μικρή γέφυρα στερεώνεται με μια ειδική κόλλα που επιτρέπει την αφαίρεσή της για μελλοντικό λιμάρισμα, καθώς το οστό φθείρεται με τη χρήση.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ "GULLU" ΞΥΛΟΥ ΓΙΑ ΜΕΓΙΣΤΗ ΑΝΤΟΧΗ
Το gullu, το τμήμα που ενώνει τον λαιμό με το αντηχείο, δέχεται το μεγαλύτερο μέρος της στρεπτικής πίεσης. Οι οργανοποιοί επιλέγουν συχνά ένα κομμάτι ξύλου από τη βάση του δέντρου (root wood), όπου οι ίνες είναι πιο πυκνές και μπλεγμένες μεταξύ τους. Αυτό το είδος ξύλου είναι πολύ πιο δύσκολο στο σκάλισμα, αλλά προσφέρει ασύγκριτη δομική σταθερότητα.
Η εφαρμογή του gullu στην καμπυλότητα της κολοκύθας γίνεται με τη μέθοδο της "μεταφοράς χρώματος". Ο τεχνίτης βάφει την κολοκύθα με μια λεπτή στρώση κιμωλίας ή χρώματος και ακουμπά το ξύλινο gullu πάνω της. Τα σημεία όπου το χρώμα μεταφέρεται στο ξύλο δείχνουν πού πρέπει να αφαιρεθεί υλικό. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται εκατοντάδες φορές μέχρι η επαφή να είναι 100% πλήρης σε όλη την επιφάνεια, διασφαλίζοντας ότι η ένωση θα είναι ηχητικά "διάφανη".
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΩΝ "ΜΙΖΡΑΜΠ" (MIZRAB FITTING)
Αν και το mizrab (η πένα) κατασκευάζεται ξεχωριστά, ο οργανοποιός συχνά προσαρμόζει το σιτάρ με βάση το mizrab που χρησιμοποιεί ο μουσικός. Το mizrab κατασκευάζεται από σύρμα ατσαλιού που λυγίζεται σε σχήμα "V" για να ταιριάζει στο δείκτη. Η γωνία της κορυφής του mizrab πρέπει να είναι τέτοια ώστε να χτυπά τη χορδή σε γωνία 90 μοιρών.
Ο οργανοποιός ρυθμίζει το ύψος των χορδών πάνω από το tabli έτσι ώστε το mizrab να μην βρίσκει στο ξύλο κατά τη διάρκεια του χτυπήματος. Αυτό το "clearance" (το κενό) είναι ζωτικής σημασίας για την αποφυγή ανεπιθύμητων θορύβων. Στα σιτάρ που προορίζονται για γρήγορο παίξιμο (Drut), οι χορδές τοποθετούνται ελαφρώς πιο κοντά στο tabli, ενώ στα όργανα για αργό, βαθύ παίξιμο (Alap), οι χορδές έχουν μεγαλύτερο ύψος για να επιτρέπουν μεγαλύτερο πλάτος δόνησης.
Η ΤΕΛΙΚΗ "ΣΦΡΑΓΙΣΗ" ΜΕ ΚΕΡΙ (WAX SEALING)
Πριν το όργανο συσκευαστεί για παράδοση, ο οργανοποιός πραγματοποιεί μια τελευταία διαδικασία προστασίας. Χρησιμοποιεί ένα μείγμα από φυσικό κερί μέλισσας και λάδι, με το οποίο αλείφει τις άκρες των τάστων και τα σημεία όπου οι χορδές περνούν μέσα από το langot.
Αυτό το λεπτό στρώμα κεριού λειτουργεί ως φράγμα κατά της οξείδωσης για τα μεταλλικά μέρη, αλλά και ως λιπαντικό για τις χορδές. Επίσης, "σφραγίζει" τις μικροσκοπικές οπές στο ξύλο όπου έχουν τοποθετηθεί τα mogara (οι οδηγοί των χορδών), εμποδίζοντας την είσοδο υγρασίας που θα μπορούσε να διογκώσει το ξύλο και να προκαλέσει ρωγμές. Το σιτάρ είναι πλέον έτοιμο να ταξιδέψει, έχοντας ενσωματωμένη όλη τη σοφία και την τεχνική αιώνων παράδοσης.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ "ΑΝΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΟΠΗΣ" (SOUND HOLE) ΣΤΟ DANDI
Σε αντίθεση με την κιθάρα, όπου η ηχητική οπή βρίσκεται στο κέντρο του σκάφους, στο σιτάρ η κύρια επικοινωνία του εσωτερικού αέρα με το περιβάλλον γίνεται μέσα από τις τρύπες των κλειδιών και το ανοιχτό πάνω μέρος του dandi. Ωστόσο, ο οργανοποιός πρέπει να υπολογίσει τον όγκο του αέρα που μετακινείται εσωτερικά. Κατά την κατασκευή του βραχίονα, το εσωτερικό σκάλισμα δεν είναι ομοιόμορφο.
Ο τεχνίτης δημιουργεί μια σταδιακή διεύρυνση της εσωτερικής διαμέτρου καθώς πλησιάζουμε προς το gulu. Αυτό λειτουργεί ως ακουστικός μετασχηματιστής, ενισχύοντας τις χαμηλές συχνότητες που παράγονται από τις χορδές khaj (μπάσα). Αν το εσωτερικό του dandi είναι πολύ στενό, ο ήχος θα βγαίνει "πνιγμένος" και μεταλλικός. Η σωστή αναλογία εσωτερικού κενού και πάχους ξύλου είναι αυτή που δίνει στο σιτάρ την ικανότητα να "αναπνέει" κατά τη διάρκεια των αργών περασμάτων του Alap.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ "ΜΗΤΡΙΚΗΣ" ΚΟΛΟΚΥΘΑΣ (CAD-TUMBA)
Η επιλογή της κολοκύθας δεν σταματά στο σχήμα. Ο οργανοποιός εξετάζει το "δέρμα" της tumba. Μια κολοκύθα που έχει μεγαλώσει σε ξηρό έδαφος τείνει να έχει πιο πυκνά κυτταρικά τοιχώματα. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί ένα ειδικό ξύλινο σφυράκι για να "κουρδίσει" την ακατέργαστη κολοκύθα πριν καν την κόψει.
Αν ο ήχος που επιστρέφει είναι σύντομος και ξερός, η κολοκύθα είναι ιδανική για ένα σιτάρ με λαμπρό ήχο (Vilayat Khan style). Αν ο ήχος έχει μεγαλύτερη διάρκεια και βάθος, προτιμάται για ένα σιτάρ τύπου Maihar (Ravi Shankar style). Αυτή η πρώτη επιλογή καθορίζει ολόκληρη τη μετέπειτα κατασκευή, καθώς το ξύλο του dandi και το πάχος του tabli πρέπει να "παντρευτούν" αρμονικά με τις φυσικές ιδιότητες της συγκεκριμένης κολοκύθας.
ΤΟ ΣΚΑΛΙΣΜΑ ΤΩΝ "MOGARA" ΚΑΙ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥΣ
Τα mogara, οι μικροί οδηγοί από οστό για τις χορδές chikari, τοποθετούνται σε συγκεκριμένες αποστάσεις κατά μήκος του dandi. Η τοποθέτησή τους δεν είναι τυχαία, αλλά ακολουθεί τη γεωμετρία της κίνησης του χεριού του μουσικού. Ο οργανοποιός ανοίγει τις τρύπες με τέτοιο τρόπο ώστε οι χορδές chikari να μην εμποδίζουν το "τράβηγμα" (meend) της κύριας χορδής Ma.
Κάθε mogara σκαλίζεται ξεχωριστά και η κορυφή του έχει μια μικρή αυλάκωση. Η αυλάκωση αυτή πρέπει να είναι απόλυτα λεία, καθώς η χορδή chikari δέχεται συνεχή και δυνατά χτυπήματα. Αν το οστό έχει την παραμικρή τραχύτητα, η χορδή θα κοπεί μέσα σε λίγα λεπτά παιξίματος. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια πολύ ψιλή κλωστή εμποτισμένη με σκόνη λείανσης για να γυαλίσει το εσωτερικό αυτών των μικροσκοπικών αυλακώσεων.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ "ΘΕΡΜΗΣ ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΗΣ" ΤΟΥ TABLI
Η ένωση του tabli με την tumba είναι το σημείο όπου το όργανο αποκτά τη δομική του ενότητα. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί μια μέθοδο θερμής πίεσης. Απλώνει τη ζωική κόλλα (Saresh) στις άκρες και των δύο μερών και στη συνέχεια χρησιμοποιεί ένα μακρύ σχοινί για να τυλίξει ολόκληρο το σώμα του οργάνου δεκάδες φορές.
Αυτή η πίεση "αναγκάζει" την κόλλα να διεισδύσει βαθιά στις ίνες του ξύλου και στους πόρους της κολοκύθας. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, το όργανο τοποθετείται κοντά σε μια ήπια πηγή θερμότητας για να διασφαλιστεί ότι η κόλλα δεν θα κρυώσει πριν ολοκληρωθεί το σφίξιμο. Μια ατελής συγκόλληση σε αυτό το σημείο θα προκαλούσε "νεκρές" ζώνες στον ήχο και θα καθιστούσε το σιτάρ ευάλωτο στις αλλαγές της θερμοκρασίας.
Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ "ΚΛΙΣΗΣ" ΤΩΝ ΚΛΕΙΔΙΩΝ (KHUNTI ANGLE)
Τα μεγάλα κλειδιά του σιτάρ (khunti) δεν είναι τοποθετημένα σε ορθή γωνία ως προς το dandi. Ο οργανοποιός τους δίνει μια ελαφριά κλίση προς τα πίσω, προς την κατεύθυνση της πάνω γέφυρας ara. Αυτή η κλίση είναι απαραίτητη για να εξουδετερώνεται η τάση της χορδής που προσπαθεί να τραβήξει το κλειδί έξω από την τρύπα του.
Η ακριβής γωνία κλίσης υπολογίζεται με βάση το μήκος του dandi. Αν η κλίση είναι υπερβολική, το κλειδί θα "μαγκώνει" και θα είναι δύσκολο να περιστραφεί. Αν είναι ελάχιστη, το κλειδί θα "πηδάει" (slip) συνεχώς. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί ένα παραδοσιακό μοιρογνωμόνιο από ξύλο για να ελέγξει την ομοιομορφία όλων των κλειδιών, εξασφαλίζοντας ότι το κούρδισμα θα είναι μια ομαλή και ακριβής διαδικασία για τον μουσικό.
ΤΟ ΦΙΝΙΡΙΣΜΑ ΤΟΥ "GULU" ΜΕ ΦΥΣΙΚΟ ΚΕΡΙ
Μετά το λουστράρισμα, η περιοχή του gulu (η ένωση λαιμού-σώματος) δέχεται μια επιπλέον επεξεργασία με ένα μείγμα κεριού μέλισσας και ρητίνης. Αυτό γίνεται επειδή το gulu είναι το σημείο όπου το χέρι του μουσικού ακουμπά συχνά κατά τη μεταφορά ή τη ρύθμιση του οργάνου.
Το κερί προσφέρει μια επιπλέον προστασία από τον ιδρώτα, ο οποίος είναι όξινος και μπορεί να διαβρώσει τη γομαλάκα με την πάροδο του χρόνου. Επίσης, δίνει μια αίσθηση "ζεστασιάς" στο άγγιγμα, κάτι που εκτιμούν ιδιαίτερα οι μουσικοί που περνούν πολλές ώρες εξάσκησης. Ο οργανοποιός τρίβει το κερί με ένα μάλλινο ύφασμα μέχρι να ενσωματωθεί πλήρως στο βερνίκι, δημιουργώντας μια αδιάβροχη ασπίδα.
Η ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΣΗ ΤΟΥ "TARAB" GUIDE (MANKA-TARA)
Οι συμπαθητικές χορδές βγαίνουν από το dandi μέσα από μικρές τρύπες που προστατεύονται από manka-tara (οδηγούς από οστό). Η ευθυγράμμιση αυτών των οδηγών πρέπει να είναι τέτοια ώστε οι χορδές να μην διασταυρώνονται στο εσωτερικό του μπράτσου.
Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί ένα λεπτό ατσάλινο σύρμα για να ελέγξει τη διαδρομή κάθε χορδής από το κλειδί μέχρι την έξοδο. Αν παρατηρηθεί έστω και η παραμικρή τριβή στο εσωτερικό, η τρύπα διευρύνεται ελάχιστα και ο οδηγός επανατοποθετείται. Αυτή η σχολαστικότητα εξασφαλίζει ότι οι συμπαθητικές χορδές θα αντηχούν ελεύθερα, δημιουργώντας αυτό το "αέριο" ηχητικό νέφος που κάνει το σιτάρ να ακούγεται σαν να παίζουν πολλά όργανα ταυτόχρονα.
Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΔΙΑΦΡΑΓΜΑΤΩΝ
Στην προχωρημένη οργανοποιία, το εσωτερικό του dandi δεν αντιμετωπίζεται ως ένας απλός κενός σωλήνας. Ο οργανοποιός, πριν σφραγίσει το μπράτσο με το ξύλινο κάλυμμα, τοποθετεί σε συγκεκριμένα σημεία εσωτερικές ενισχύσεις που λειτουργούν ως διαφράγματα. Αυτά τα διαφράγματα σκαλίζονται με οπές ακριβούς διαμέτρου, οι οποίες επιτρέπουν στον αέρα να κινείται, αλλά ταυτόχρονα ελέγχουν την ταχύτητα διάδοσης του ήχου.
Αυτή η τεχνική αποτρέπει τη δημιουργία "στάσιμων κυμάτων" στο εσωτερικό του οργάνου, τα οποία θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανεπιθύμητους συντονισμούς σε συγκεκριμένες νότες. Ο τεχνίτης υπολογίζει τη θέση των διαφραγμάτων με βάση το συνολικό μήκος της χορδής (vibrating length). Ένα σιτάρ με σωστά τοποθετημένα εσωτερικά διαφράγματα έχει μια ομοιόμορφη ηχητική απόκριση σε όλη την έκταση των τάστων, χωρίς "κενά" ή υπερβολικά δυνατές νότες.
Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ "ΚΟΙΛΙΑΣ" ΤΗΣ TUMBA (BOTTOM SHAPING)
Η κάτω πλευρά της κολοκύθας, εκεί όπου το όργανο ακουμπά στο έδαφος ή στο πόδι του μουσικού, δέχεται μια ειδική επεξεργασία. Επειδή η φυσική κολοκύθα δεν είναι ποτέ απόλυτα λεία, ο οργανοποιός χρησιμοποιεί μια τεχνική "προσθετικής λείανσης". Αν μια περιοχή είναι πολύ λεπτή, ενισχύεται εξωτερικά με στρώματα λεπτού υφάσματος και ρητίνης, τα οποία στη συνέχεια λιμάρονται για να δώσουν την τέλεια καμπύλη.
Αυτή η ενίσχυση προστατεύει την tumba από τις φθορές της καθημερινής χρήσης. Επιπλέον, ο οργανοποιός φροντίζει ώστε το πάχος της κολοκύθας σε εκείνο το σημείο να είναι τέτοιο που να μην "πνίγει" τη δόνηση. Ένα σωστά διαμορφωμένο κάτω μέρος επιτρέπει στο σιτάρ να "κάθεται" σταθερά, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως ανακλαστήρας των χαμηλών συχνοτήτων προς το σώμα του μουσικού, προσφέροντας την απαραίτητη ακουστική ανάδραση κατά την εκτέλεση.
Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ "SUT-KAPRA" (ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΜΕ ΥΦΑΣΜΑ)
Στις ενώσεις του gulu με το dandi και την tumba, η απλή κόλληση συχνά δεν επαρκεί για να αντέξει τις ακραίες τάσεις και τις κλιματικές αλλαγές. Οι κορυφαίοι τεχνίτες εφαρμόζουν τη μέθοδο sut-kapra. Πρόκειται για τη χρήση λωρίδων από καθαρό βαμβακερό ύφασμα, οι οποίες εμβαπτίζονται σε ζεστή ζωική κόλλα και τυλίγονται γύρω από την ένωση.
Αυτό το στρώμα, μόλις στεγνώσει, γίνεται ένα σκληρό, σύνθετο υλικό που "δένει" τα ξύλινα μέρη με την κολοκύθα. Στη συνέχεια, ο τεχνίτης σκαλίζει αυτό το στρώμα για να το φέρει στο ίδιο επίπεδο με την επιφάνεια του οργάνου, καθιστώντας το εντελώς αόρατο κάτω από τη διακόσμηση και το λούστρο. Αυτή η "κρυφή" ενίσχυση είναι που επιτρέπει σε ένα καλοφτιαγμένο σιτάρ να παραμένει δομικά άθικτο για πάνω από πενήντα χρόνια, ακόμα και με συνεχή χρήση.
Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ "CHHOTA JAWARI" ΓΙΑ ΤΑ TARAB
Η μικρή γέφυρα των συμπαθητικών χορδών απαιτεί μια ρύθμιση που ονομάζεται "fine voicing". Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί μια πολύ λεπτή λίμα και, ενώ το όργανο είναι κουρδισμένο, αφαιρεί ελάχιστο υλικό από την επιφάνεια του οστού κάτω από κάθε χορδή tarab. Στόχος είναι να επιτευχθεί ο μέγιστος χρόνος αντήχησης (sustain).
Αν μια χορδή tarab σταματά να δονείται γρήγορα, σημαίνει ότι η επαφή της με τη γέφυρα είναι πολύ απότομη. Ο τεχνίτης δίνει μια πιο "γλυκιά" κλίση στο οστό, μέχρι η χορδή να αρχίσει να παράγει έναν ήχο που μοιάζει με απόηχο καμπάνας. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται για κάθε μία από τις 11-13 χορδές, και είναι μια από τις πιο χρονοβόρες εργασίες, καθώς απαιτεί απόλυτη ησυχία στο εργαστήριο για να ακουστούν οι λεπτές διαφορές στη διάρκεια του ήχου.
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΩΝ "KHUNTI" ΜΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΣΠΕΙΡΩΜΑ
Σε ορισμένα σύγχρονα σιτάρ υψηλής τεχνολογίας, τα κλειδιά khunti κατασκευάζονται με μια εσωτερική ενίσχυση από μέταλλο ή σκληρότερο ξύλο στην "καρδιά" τους. Αυτό αποτρέπει το κλειδί από το να στρεβλώνει ή να σπάει στην κορυφή του, εκεί όπου η τάση της χορδής είναι μεγαλύτερη.
Ο οργανοποιός τρυπά το κέντρο του ξύλινου κλειδιού και τοποθετεί έναν πυρήνα από έβενο. Αυτό το "πάντρεμα" υλικών προσφέρει τη ζεστασιά και την αισθητική του παραδοσιακού ξύλου, αλλά με τη δομική αξιοπιστία ενός σύγχρονου μηχανισμού. Η εφαρμογή του κλειδιού στην τρύπα του dandi παραμένει παραδοσιακή (με τριβή), αλλά η αυξημένη ακαμψία του ίδιου του κλειδιού επιτρέπει ένα πολύ πιο ακριβές κούρδισμα, ειδικά στις λεπτές χορδές tarab που απαιτούν μικρομετρικές κινήσεις.
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ "TABLI" ΜΕ ΦΥΣΙΚΟ ΛΑΔΙ
Πριν από το τελικό βερνίκωμα, το ξύλο του tabli δέχεται μια επεξεργασία με ένα μείγμα από λινέλαιο και σκόνη ρητίνης. Αυτό το μείγμα διεισδύει βαθιά στις ίνες του ξύλου, κάνοντάς το πιο εύκαμπτο αλλά και πιο ανθεκτικό στην ξηρασία. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται "θρέψη του ξύλου".
Ο οργανοποιός απλώνει το λάδι με το χέρι και το αφήνει να απορροφηθεί για αρκετές ημέρες. Αυτό αλλάζει την ακουστική συμπεριφορά του tabli, δίνοντάς του μια πιο "ζεστή" χροιά και μειώνοντας τις υπερβολικά έντονες υψηλές συχνότητες που μπορεί να έχει το φρέσκο ξύλο Tun. Μετά την απορρόφηση, η επιφάνεια καθαρίζεται σχολαστικά με οινόπνευμα για να αφαιρεθεί κάθε ίχνος λιπαρότητας, ώστε η γομαλάκα του λουστραρίσματος να "πιάσει" τέλεια πάνω στο ξύλο.
ΤΟ "ΚΟΥΡΔΙΣΜΑ" ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ (BRIDGE VOICING)
Η μεγάλη γέφυρα jawari είναι το τελευταίο σημείο ελέγχου. Ο οργανοποιός, αφού τοποθετήσει όλες τις χορδές, χρησιμοποιεί ένα μικρό κομμάτι γυαλόχαρτο κολλημένο σε ένα ξυλάκι για να κάνει τις τελευταίες διορθώσεις στην καμπυλότητα του οστού. Αυτό γίνεται ενώ ο μουσικός παίζει το όργανο, αν είναι δυνατόν.
Η ρύθμιση αφορά τη δυναμική περιοχή του σιτάρ. Μια σωστά "κουρδισμένη" γέφυρα επιτρέπει στον ήχο να παραμένει καθαρός τόσο στα πολύ σιγανά περάσματα όσο και στα πολύ δυνατά χτυπήματα. Αν η γέφυρα είναι λάθος ρυθμισμένη, ο ήχος θα "σπάει" (distort) όταν ο μουσικός παίζει δυνατά, ή θα χάνεται η αντήχηση όταν παίζει σιγά. Αυτή η τελική πινελιά είναι που δίνει στο σιτάρ την ικανότητα να εκφράζει όλη την παλέτα των συναισθημάτων που απαιτεί η ινδική κλασική μουσική.
Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ "ΜΑΣΚΑΣ" (TABLI INLAY) ΚΑΙ Η ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΣΤΙΒΑΡΟΤΗΤΑ
Στο σημείο όπου το dandi συναντά το tabli, ο οργανοποιός συχνά τοποθετεί μια "μάσκα" από λεπτό ξύλο ή οστό, η οποία περιβάλλει τη βάση του λαιμού. Αυτό το εξάρτημα δεν είναι μόνο διακοσμητικό· λειτουργεί ως ένας "δακτύλιος σταθεροποίησης" που εμποδίζει το tabli από το να ραγίσει στα σημεία όπου οι ίνες του ξύλου διακόπτονται από την ένωση με το gulu.
Η τοποθέτηση της μάσκας απαιτεί το σκάλισμα μιας εσοχής ακριβείας στο tabli, πάχους μόλις ενός χιλιοστού. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια πολύ κοφτερή σμίλη για να δημιουργήσει την υποδοχή. Αν η μάσκα τοποθετηθεί πολύ σφιχτά, θα εμποδίζει τη φυσική διαστολή του ξύλου, προκαλώντας παραμορφώσεις στον ήχο. Αν τοποθετηθεί χαλαρά, θα δημιουργήσει τριγμούς. Η σωστή εφαρμογή επιτρέπει στο όργανο να διατηρεί την ακαμψία του στην κρίσιμη περιοχή της γέφυρας, ενώ ταυτόχρονα προστατεύει το ευαίσθητο ξύλο Tun από την οριζόντια πίεση.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ "ΠΛΕΥΡΙΚΗΣ" ΚΟΛΟΚΥΘΑΣ (SIDE-TUMBA)
Σε ορισμένα σπάνια μοντέλα σιτάρ, χρησιμοποιείται μια κολοκύθα που έχει αναπτυχθεί με πλάγια κλίση. Αυτές οι κολοκύθες θεωρούνται πολύτιμες γιατί οι ίνες τους έχουν μια φυσική ασυμμετρία που μπορεί να ευνοήσει συγκεκριμένες συχνότητες. Ο οργανοποιός πρέπει να "διαβάσει" την κατεύθυνση των ινών της κολοκύθας πριν αποφασίσει πού θα τοποθετήσει το gulu.
Η πλευρική δόνηση της κολοκύθας είναι αυτή που δίνει στο σιτάρ το "σώμα" του. Όταν ο μουσικός παίζει στην κάτω περιοχή του dandi, οι δονήσεις μεταφέρονται μέσω του αέρα και των τοιχωμάτων της tumba. Ο τεχνίτης ελέγχει το πάχος των τοιχωμάτων της κολοκύθας σε διαφορετικά σημεία (πάνω, κάτω, πλάγια). Συχνά αφήνει τα πλάγια τοιχώματα ελαφρώς πιο παχιά για να λειτουργούν ως στηρίγματα, ενώ λεπταίνει την κάτω πλευρά για να επιτρέψει μεγαλύτερη ελαστικότητα.
ΤΟ ΣΚΑΛΙΣΜΑ ΤΩΝ "KHUNTI" ΓΙΑ ΤΙΣ TARAB ΧΟΡΔΕΣ
Τα μικρά κλειδιά (tarab khunti) είναι ίσως τα πιο δύσκολα στην κατασκευή τους λόγω του μεγέθους τους. Κάθε κλειδί πρέπει να είναι αρκετά λεπτό ώστε να χωράει στην πυκνή διάταξη του dandi, αλλά αρκετά ισχυρό ώστε να μην σπάει κατά το κούρδισμα. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί έναν μικροσκοπικό τόρνο για να δώσει το βασικό σχήμα και στη συνέχεια σκαλίζει την κεφαλή με το χέρι.
Η κεφαλή του tarab khunti έχει συνήθως σχήμα "σπιρτόκουτου" ή "καμπάνας" για να προσφέρει καλή λαβή στα δάχτυλα. Η επιφάνεια που έρχεται σε επαφή με το ξύλο του dandi πρέπει να είναι απόλυτα λεία. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί σκόνη γραφίτη (από μολύβι) μέσα στις τρύπες των tarab. Ο γραφίτης λειτουργεί ως ξηρό λιπαντικό, επιτρέποντας στο κλειδί να γυρίζει ομαλά αλλά και να "κλειδώνει" στη θέση του μόλις ο μουσικός σταματήσει να ασκεί πίεση.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ "GHOST FILING" ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ
Κατά τη διάρκεια του τελικού Jawari (του λιμαρίσματος της γέφυρας), υπάρχει μια τεχνική που ονομάζεται "ghost filing" (λιμάρισμα φάντασμα). Ο οργανοποιός δεν λιμάρει απευθείας το οστό, αλλά τοποθετεί ένα πολύ λεπτό φύλλο χαρτιού ανάμεσα στη λίμα και τη γέφυρα.
Αυτή η μέθοδος επιτρέπει την αφαίρεση υλικού σε επίπεδο μικρομέτρων. Είναι απαραίτητη για τη ρύθμιση της κύριας χορδής Ma, η οποία είναι η πιο ευαίσθητη. Με το ghost filing, ο τεχνίτης μπορεί να δημιουργήσει μια επιφάνεια τόσο λεία που η χορδή θα παράγει έναν "κρυστάλλινο" ήχο χωρίς κανέναν απολύτως μεταλλικό θόρυβο (fret buzz). Αυτό το επίπεδο λεπτομέρειας είναι που ξεχωρίζει ένα όργανο που προορίζεται για ηχογράφηση σε στούντιο από ένα απλό όργανο εξάσκησης.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ "PARA" (ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ)
Το βάρος της γέφυρας jawari επηρεάζει άμεσα την ταχύτητα απόκρισης του οργάνου. Μια βαριά γέφυρα (από πυκνό οστό) δίνει μεγαλύτερο sustain αλλά καθυστερεί την απόκριση στα πολύ γρήγορα χτυπήματα. Μια ελαφριά γέφυρα προσφέρει αμεσότητα αλλά ο ήχος "σβήνει" πιο γρήγορα.
Ο οργανοποιός ρυθμίζει το βάρος αφαιρώντας υλικό από την κάτω πλευρά της γέφυρας (hollowing out). Σε ορισμένες περιπτώσεις, αν το σιτάρ ακούγεται πολύ "ξερό", ο τεχνίτης μπορεί να προσθέσει ελάχιστη ποσότητα βάρους χρησιμοποιώντας φυσικές ρητίνες στο εσωτερικό της γέφυρας. Αυτή η μικρο-ρύθμιση της μάζας είναι μια από τις πιο "μυστικές" γνώσεις των μεγάλων οργανοποιών, καθώς επιτρέπει την εξισορρόπηση των ηχητικών χαρακτηριστικών του ξύλου και του οστού.
Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ "MOGARA" ΜΕ ΕΠΟΞΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ
Στα σύγχρονα επαγγελματικά σιτάρ, οι οδηγοί mogara ενισχύονται στη βάση τους με ένα μείγμα φυσικής ρητίνης και σκόνης οστού. Αυτό δημιουργεί ένα "κολάρο" γύρω από το σημείο εισόδου στο ξύλο. Η ενίσχυση αυτή είναι απαραίτητη γιατί η συνεχής δόνηση των χορδών chikari τείνει να διευρύνει την τρύπα στο ξύλο Tun, το οποίο είναι σχετικά μαλακό.
Με το κολάρο αυτό, η πίεση διαχέεται σε μεγαλύτερη επιφάνεια και το mogara παραμένει σταθερό για δεκαετίες. Ο οργανοποιός φροντίζει ώστε η ενίσχυση να είναι αισθητικά εναρμονισμένη με το υπόλοιπο όργανο, συχνά σκαλίζοντάς την σε σχήμα μικρού λουλουδιού. Είναι μια λεπτομέρεια που δείχνει ότι το όργανο έχει κατασκευαστεί για να αντέχει στην έντονη χρήση των συναυλιών.
ΤΟ "ΤΕΛΙΚΟ ΑΥΤΙ" (THE FINAL LISTENING)
Πριν το σιτάρ θεωρηθεί ολοκληρωμένο, ο οργανοποιός το αφήνει σε απόλυτη ησυχία για μία ημέρα και στη συνέχεια το κουρδίζει ξανά. Αυτό το "τελικό αυτί" είναι η στιγμή της αλήθειας. Ο τεχνίτης δεν παίζει απλώς κλίμακες, αλλά ακούει την "ουρά" του ήχου (decay).
Αν ο ήχος σβήνει με έναν ομοιόμορφο τρόπο, χωρίς αυξομειώσεις στην ένταση, τότε η κατασκευή είναι επιτυχής. Αν παρατηρηθεί κάποιο "κύμα" στον ήχο που σβήνει, σημαίνει ότι υπάρχει κάποια αστάθεια στη γέφυρα ή στο tabli. Σε αυτή την περίπτωση, το όργανο επιστρέφει στον πάγκο για τις τελευταίες μικρο-διορθώσεις. Το σιτάρ είναι πλέον ένα ζωντανό ον, έτοιμο να μεταφέρει τα συναισθήματα του μουσικού στο κοινό.Συνεχίζουμε λοιπόν την εμβάθυνση στις πιο εξειδικευμένες και "αφανείς" πτυχές της οργανοποιίας, εκεί όπου η φυσική συναντά την παράδοση για να δώσει στο σιτάρ τον μοναδικό του χαρακτήρα.
Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΩΝ "TARAB" ΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ (INTERNAL CHANNELS)
Μέσα στο dandi, οι συμπαθητικές χορδές δεν κινούνται ελεύθερα σε έναν χαώδη χώρο. Ο οργανοποιός κατασκευάζει εσωτερικά "κανάλια" ή οδηγούς. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί, καθώς ο μουσικός τραβάει την κύρια χορδή (meend), το μπράτσο υφίσταται μικροσκοπικές παραμορφώσεις. Αν οι εσωτερικές χορδές tarab ακουμπούσαν τα τοιχώματα, θα δημιουργούσαν παράσιτα ή θα έχαναν το κούρδισμά τους.
Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια μακριά μεταλλική ράβδο για να λειάνει το εσωτερικό του dandi πριν το "σφραγίσει" με το tabli. Σε ορισμένα σιτάρ υψηλής ποιότητας, τοποθετούνται μικρά δαχτυλίδια από οστό στο εσωτερικό, τα οποία κρατούν τις χορδές tarab σε απόλυτη ευθεία. Αυτή η εσωτερική αρχιτεκτονική εξασφαλίζει ότι η αντήχηση θα είναι καθαρή, χωρίς τον "μεταλλικό θόρυβο" που συναντάμε σε όργανα μαζικής παραγωγής.
ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ "GULU" ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Το gulu, το ξύλινο κομμάτι που συνδέει το λαιμό με την κολοκύθα, είναι ο "λαιμός" από τον οποίο περνά όλη η ακουστική πληροφορία. Η καμπυλότητα του gulu δεν είναι τυχαία. Πρέπει να ακολουθεί μια παραβολική τροχιά που επιτρέπει στα ηχητικά κύματα να διαχέονται ομοιόμορφα μέσα στην tumba.
Ο οργανοποιός σκαλίζει το gulu έτσι ώστε οι ίνες του ξύλου να είναι ευθυγραμμισμένες με τη φορά των χορδών. Αν οι ίνες ήταν κάθετες, θα λειτουργούσαν ως "φράγμα" για τον ήχο. Κατά τη συναρμολόγηση, χρησιμοποιείται η τεχνική της "υγρής εφαρμογής": η κόλλα Saresh εφαρμόζεται ζεστή και το gulu πιέζεται πάνω στην κολοκύθα με τέτοια δύναμη, ώστε η ένωση να γίνει μοριακή. Ένα καλοφτιαγμένο gulu κάνει το όργανο να δονείται ολόκληρο, από την κορυφή των κλειδιών μέχρι τη βάση της κολοκύθας, με ένα μόνο χτύπημα της χορδής.
Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ "KAJ" (ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ TABLI)
Σε ορισμένα πολύ εξειδικευμένα σιτάρ, κάτω από το κύριο tabli τοποθετείται ένα δεύτερο, εξαιρετικά λεπτό στρώμα ξύλου, γνωστό ως kaj. Αυτό το στρώμα λειτουργεί ως "φίλτρο" συχνοτήτων. Ο ρόλος του είναι να απορροφά τις υπερβολικά οξείες αρμονικές που παράγονται από το τσιτσίρισμα της χορδής πάνω στο οστό (jawari), αφήνοντας μόνο τις "γλυκές" και βαθιές συχνότητες να περάσουν στην κολοκύθα.
Η τοποθέτηση του kaj απαιτεί χειρουργική ακρίβεια, καθώς δεν πρέπει να εφάπτεται πλήρως στο κύριο tabli, αλλά να αφήνει ένα μικροσκοπικό στρώμα αέρα ανάμεσά τους. Αυτό δημιουργεί ένα φαινόμενο "ακουστικής συμπίεσης", που δίνει στο σιτάρ μια απίστευτη διάρκεια νότας (sustain), επιτρέποντας στον μουσικό να εκτελεί αργά περάσματα Alap με μεγάλη εκφραστικότητα.
ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ "KHUNTI" ΚΑΙ Η ΘΕΡΜΙΚΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ
Τα κλειδιά του σιτάρ κατασκευάζονται συνήθως από ξύλο Shisham (Rosewood) ή Ebony. Η επιλογή του υλικού εδώ έχει να κάνει με τη θερμική διαστολή. Επειδή το dandi είναι από ξύλο Tun και τα κλειδιά από Shisham, ο οργανοποιός πρέπει να υπολογίσει πώς θα συμπεριφερθούν αυτά τα δύο διαφορετικά ξύλα σε συνθήκες ζέστης ή υγρασίας.
Τα κλειδιά σκαλίζονται με μια ελαφριά κωνικότητα (taper). Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί ένα εργαλείο που ονομάζεται "peg shaver" για να δώσει την ακριβή γωνία. Στη συνέχεια, το κλειδί τρίβεται με στεγνό σαπούνι και κιμωλία. Το σαπούνι επιτρέπει στο κλειδί να γυρίζει ομαλά, ενώ η κιμωλία προσφέρει την τριβή που χρειάζεται για να "κλειδώσει" στη θέση του. Ένα σωστά τοποθετημένο khunti δεν πρέπει να "πηδάει" κατά το κούρδισμα, επιτρέποντας στον μουσικό να κάνει μικρορυθμίσεις ακριβείας.
Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ "DOUBLE TUMBA" ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ
Όταν ένα σιτάρ διαθέτει και δεύτερη κολοκύθα στην κορυφή, ο οργανοποιός πρέπει να "κουρδίσει" τις δύο κολοκύθες μεταξύ τους. Αυτό ονομάζεται "sympathetic resonance of the bodies". Η πάνω κολοκύθα πρέπει να αντηχεί σε μια συχνότητα που συμπληρώνει την κάτω.
Αν οι δύο κολοκύθες αντηχούν στην ίδια ακριβώς νότα, μπορεί να δημιουργηθεί το φαινόμενο της "ακουστικής ακύρωσης", κάνοντας το όργανο να ακούγεται αδύναμο. Ο τεχνίτης ρυθμίζει τον όγκο της πάνω tumba προσθέτοντας ή αφαιρώντας υλικό από το εσωτερικό της, μέχρι οι δύο κολοκύθες να δημιουργήσουν ένα πλούσιο ηχητικό πεδίο που περιβάλλει τον μουσικό. Αυτή η λεπτομέρεια είναι που κάνει τα "Vina-style" σιτάρ να ακούγονται τόσο επιβλητικά σε μεγάλους χώρους.
Η ΕΠΙΣΤΡΩΣΗ ΜΕ "NAGPANI" (ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ)
Στις άκρες του dandi, εκεί όπου τοποθετούνται τα τάστα, ορισμένοι οργανοποιοί προσθέτουν μια λωρίδα από οστό ή celluloid που ονομάζεται nagpani. Αν και πολλοί θεωρούν ότι είναι καθαρά διακοσμητική, η nagpani χρησιμεύει ως προστατευτικό για το ξύλο Tun.
Επειδή το Tun είναι σχετικά μαλακό ξύλο, η συνεχής πίεση από το δέσιμο των τάστων θα μπορούσε να προκαλέσει μικρά βαθουλώματα στις άκρες του μπράτσου. Η nagpani λειτουργεί ως σκληρό υπόστρωμα που διατηρεί το σχήμα του dandi αναλλοίωτο. Ο οργανοποιός την κολλάει με μεγάλη προσοχή, διασφαλίζοντας ότι δεν υπάρχουν κενά αέρα, καθώς κάτι τέτοιο θα προκαλούσε τριγμούς κάθε φορά που ο μουσικός θα πίεζε ένα τάστο.
ΤΟ "FINAL SEASONING" ΥΠΟ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΑΙΞΙΜΑΤΟΣ
Αφού το σιτάρ ολοκληρωθεί, δεν παραδίδεται αμέσως. Ο οργανοποιός ή ένας επαγγελματίας μουσικός το παίζει για αρκετές ώρες κάθε μέρα για μια περίοδο δύο εβδομάδων. Αυτό ονομάζεται "breaking in the wood". Το ξύλο, όντας οργανικό υλικό, χρειάζεται χρόνο για να "μάθει" να δονείται στις συγκεκριμένες συχνότητες των Ragas.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι χορδές ασκούν τη μόνιμη πίεση τους, η γομαλάκα σταθεροποιείται και η γέφυρα jawari "κάθεται" στη θέση της. Ο οργανοποιός παρατηρεί αυτές τις αλλαγές και κάνει τις τελευταίες μικρορυθμίσεις. Είναι η στιγμή που το σιτάρ από ένα σύνολο ξύλων και χορδών μετατρέπεται σε ένα ολοκληρωμένο μουσικό όργανο με τη δική του μοναδική φωνή.Συνεχίζουμε με την επόμενη ενότητα, εστιάζοντας στις λεπτομέρειες που αφορούν τη στατική ακρίβεια και τις τελευταίες πινελιές της διακόσμησης που επηρεάζουν την ηχητική ταυτότητα του οργάνου.
Η ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΣΗ ΤΗΣ "ARA" (ΠΑΝΩ ΓΕΦΥΡΑ) ΚΑΙ ΤΟΥ "NAKKA"
Στο πάνω μέρος του dandi, πριν ξεκινήσουν τα κλειδιά, τοποθετείται η ara (πάνω γέφυρα). Αυτό το κομμάτι οστού δεν είναι απλώς ένας οδηγός· καθορίζει τη γωνία με την οποία οι χορδές εισέρχονται στα κλειδιά. Ο οργανοποιός σκαλίζει το nakka (το σημείο σύνδεσης κεφαλής-λαιμού) έτσι ώστε η ara να έχει μια ελαφριά κλίση 5-7 μοιρών προς τα πίσω.
Αυτή η κλίση εξασφαλίζει ότι η χορδή θα πιέζει σταθερά την εγκοπή της, αποφεύγοντας τον ανεπιθύμητο μεταλλικό τριγμό (sitar-buzz) στο πάνω μέρος του λαιμού. Οι εγκοπές στην ara γίνονται με μια πολύ ψιλή λίμα "mouse-tail", και το βάθος τους πρέπει να είναι τέτοιο ώστε η χορδή να μην "πνίγεται" αλλά ούτε και να γλιστράει έξω κατά τη διάρκεια έντονων δονήσεων.
ΤΟ "KANGARI" (ΣΚΑΛΙΣΜΑ ΦΥΛΛΩΝ) ΚΑΙ Η ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑΧΥΣΗ
Το σκάλισμα στη βάση του σιτάρ, εκεί όπου το gulu αγκαλιάζει την κολοκύθα, ονομάζεται kangari. Παραδοσιακά απεικονίζει φύλλα αμπέλου ή λωτού. Πέρα από την αισθητική, το kangari λειτουργεί ως μέσο διάχυσης των κραδασμών στην εξωτερική επιφάνεια.
Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μικρά σκαρπέλα για να δώσει βάθος στα φύλλα. Αν το σκάλισμα είναι πολύ βαθύ, το gulu μπορεί να εξασθενήσει δομικά. Αν είναι πολύ επιφανειακό, το όργανο χάνει τη "μεγαλοπρέπεια" του. Στα επαγγελματικά όργανα, το kangari σκαλίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργεί μικρές "γέφυρες" ξύλου που μεταφέρουν τη δόνηση από το dandi απευθείας στο tabli, λειτουργώντας ως ακουστικοί αγωγοί.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ "SUT" (ΝΗΜΑ) ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ JAWARI
Μια από τις πιο μυστικές τεχνικές των οργανοποιών είναι η χρήση του sut (νήματος) κατά τη ρύθμιση της γέφυρας. Πρόκειται για μια λεπτή κλωστή από μετάξι ή βαμβάκι που τοποθετείται ανάμεσα στη χορδή και την επιφάνεια της γέφυρας jawari.
Μετακινώντας το νήμα μερικά χιλιοστά μπρος ή πίσω, ο οργανοποιός βρίσκει το "σημείο της ζωής" (jiva). Είναι το σημείο όπου η χορδή αρχίζει να παράγει τον πλούσιο, αρμονικό τριγμό που χαρακτηρίζει το σιτάρ. Μόλις βρεθεί αυτό το σημείο, ο τεχνίτης λιμάρει το οστό με απόλυτη ακρίβεια, ώστε ο ήχος να παραμείνει "ανοιχτός" ακόμα και χωρίς το νήμα. Αυτή η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει ώρες για κάθε μία από τις επτά κύριες χορδές.
ΤΑ "MANKA" (FINE TUNERS) ΚΑΙ Η ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΤΑΣΗΣ
Στο κάτω μέρος, ανάμεσα στη γέφυρα και το langot, τοποθετούνται τα manka – μικρές χάντρες από οστό σε σχήμα κύκνου ή πουλιού. Αυτά λειτουργούν ως μηχανισμοί μικρο-κουρδίσματος. Η κατασκευή τους απαιτεί το τρύπημα του οστού με πολύ λεπτό τρυπάνι, ώστε η χάντρα να εφαρμόζει σφιχτά στη χορδή.
Η τριβή μεταξύ του manka και της χορδής πρέπει να είναι σταθερή. Αν η χάντρα γλιστράει πολύ εύκολα, το όργανο θα ξεκουρδίζεται κατά το παίξιμο. Ο οργανοποιός τρίβει εσωτερικά το manka με λίγο ρετσίνι (rosin) για να αυξήσει την πρόσφυση. Η θέση των manka επηρεάζει επίσης τη γωνία της χορδής πάνω στη γέφυρα, άρα και την ποιότητα του ήχου.
ΤΟ ΦΙΝΙΡΙΣΜΑ ΜΕ "ΓΟΜΑΛΑΚΑ" (FRENCH POLISH)
Το τελικό στάδιο της κατασκευής είναι το λουστράρισμα με γομαλάκα. Η γομαλάκα είναι μια φυσική ρητίνη που διαλύεται σε οινόπνευμα. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί ένα πανί (pad) και εφαρμόζει εκατοντάδες λεπτά στρώματα με κυκλικές κινήσεις.
Αυτή η μέθοδος, γνωστή ως French Polish, επιτρέπει στο ξύλο να "αναπνέει" και δεν πνίγει τον ήχο όπως τα σύγχρονα βερνίκια πολυουρεθάνης. Κάθε στρώμα πρέπει να στεγνώσει πλήρως πριν την εφαρμογή του επόμενου. Η γομαλάκα προστατεύει το όργανο από την υγρασία και του δίνει μια βαθιά, οργανική λάμψη που βελτιώνεται με την πάροδο των δεκαετιών.
Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ "CHIKARI" POSTS (MOGARA)
Οι χορδές chikari (οι ρυθμικές χορδές στο πλάι του λαιμού) περνούν πάνω από μικρούς οδηγούς που ονομάζονται mogara. Αυτά τα μικρά "καρφιά" από οστό πρέπει να τοποθετηθούν σε τέτοιο ύψος, ώστε οι χορδές chikari να μην ακουμπούν τα τάστα όταν ο μουσικός παίζει στην πάνω περιοχή του dandi.
Ο οργανοποιός ανοίγει τις τρύπες για τα mogara με το χέρι, χρησιμοποιώντας ένα λεπτό τρυπάνι. Η γωνία πρέπει να είναι ελαφρώς λοξή προς τα πάνω, ώστε η τάση της χορδής να πιέζει το mogara μέσα στο ξύλο αντί να το τραβάει έξω. Είναι μια λεπτομέρεια που αν αποτύχει, το όργανο θα βγάζει παράσιτα κάθε φορά που ο μουσικός τονίζει τον ρυθμό.
Η ΤΕΛΙΚΗ "ΣΦΡΑΓΙΣΗ" ΤΟΥ ΗΧΟΥ
Πριν παραδοθεί το σιτάρ, ο οργανοποιός κάνει μια τελευταία δοκιμή σε απόλυτη ησυχία. Χτυπά την κύρια χορδή και μετρά τα δευτερόλεπτα της αντήχησης (sustain). Ένα κορυφαίο σιτάρ πρέπει να κρατά τη νότα για τουλάχιστον 15-20 δευτερόλεπτα. Αν ο ήχος σβήνει γρήγορα, ο τεχνίτης ελέγχει ξανά τη γέφυρα ή την επαφή του tabli με την κολοκύθα.
Όταν όλα είναι τέλεια, το όργανο "σφραγίζεται" με ένα τελευταίο πέρασμα από λάδι αμυγδάλου στις χορδές και τα μεταλλικά μέρη, προστατεύοντάς το από την οξείδωση κατά τη μεταφορά. Το σιτάρ είναι πλέον έτοιμο να "τραγουδήσει" στα χέρια του καλλιτέχνη.Συνεχίζουμε λοιπόν την εμβάθυνση στις πιο εξειδικευμένες και "αφανείς" πτυχές της οργανοποιίας, εκεί όπου η φυσική συναντά την παράδοση για να δώσει στο σιτάρ τον μοναδικό του χαρακτήρα.
Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΩΝ "TARAB" ΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ (INTERNAL CHANNELS)
Μέσα στο dandi, οι συμπαθητικές χορδές δεν κινούνται ελεύθερα σε έναν χαώδη χώρο. Ο οργανοποιός κατασκευάζει εσωτερικά "κανάλια" ή οδηγούς. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί, καθώς ο μουσικός τραβάει την κύρια χορδή (meend), το μπράτσο υφίσταται μικροσκοπικές παραμορφώσεις. Αν οι εσωτερικές χορδές tarab ακουμπούσαν τα τοιχώματα, θα δημιουργούσαν παράσιτα ή θα έχαναν το κούρδισμά τους.
Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια μακριά μεταλλική ράβδο για να λειάνει το εσωτερικό του dandi πριν το "σφραγίσει" με το tabli. Σε ορισμένα σιτάρ υψηλής ποιότητας, τοποθετούνται μικρά δαχτυλίδια από οστό στο εσωτερικό, τα οποία κρατούν τις χορδές tarab σε απόλυτη ευθεία. Αυτή η εσωτερική αρχιτεκτονική εξασφαλίζει ότι η αντήχηση θα είναι καθαρή, χωρίς τον "μεταλλικό θόρυβο" που συναντάμε σε όργανα μαζικής παραγωγής.
ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ "GULU" ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Το gulu, το ξύλινο κομμάτι που συνδέει το λαιμό με την κολοκύθα, είναι ο "λαιμός" από τον οποίο περνά όλη η ακουστική πληροφορία. Η καμπυλότητα του gulu δεν είναι τυχαία. Πρέπει να ακολουθεί μια παραβολική τροχιά που επιτρέπει στα ηχητικά κύματα να διαχέονται ομοιόμορφα μέσα στην tumba.
Ο οργανοποιός σκαλίζει το gulu έτσι ώστε οι ίνες του ξύλου να είναι ευθυγραμμισμένες με τη φορά των χορδών. Αν οι ίνες ήταν κάθετες, θα λειτουργούσαν ως "φράγμα" για τον ήχο. Κατά τη συναρμολόγηση, χρησιμοποιείται η τεχνική της "υγρής εφαρμογής": η κόλλα Saresh εφαρμόζεται ζεστή και το gulu πιέζεται πάνω στην κολοκύθα με τέτοια δύναμη, ώστε η ένωση να γίνει μοριακή. Ένα καλοφτιαγμένο gulu κάνει το όργανο να δονείται ολόκληρο, από την κορυφή των κλειδιών μέχρι τη βάση της κολοκύθας, με ένα μόνο χτύπημα της χορδής.
Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ "KAJ" (ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ TABLI)
Σε ορισμένα πολύ εξειδικευμένα σιτάρ, κάτω από το κύριο tabli τοποθετείται ένα δεύτερο, εξαιρετικά λεπτό στρώμα ξύλου, γνωστό ως kaj. Αυτό το στρώμα λειτουργεί ως "φίλτρο" συχνοτήτων. Ο ρόλος του είναι να απορροφά τις υπερβολικά οξείες αρμονικές που παράγονται από το τσιτσίρισμα της χορδής πάνω στο οστό (jawari), αφήνοντας μόνο τις "γλυκές" και βαθιές συχνότητες να περάσουν στην κολοκύθα.
Η τοποθέτηση του kaj απαιτεί χειρουργική ακρίβεια, καθώς δεν πρέπει να εφάπτεται πλήρως στο κύριο tabli, αλλά να αφήνει ένα μικροσκοπικό στρώμα αέρα ανάμεσά τους. Αυτό δημιουργεί ένα φαινόμενο "ακουστικής συμπίεσης", που δίνει στο σιτάρ μια απίστευτη διάρκεια νότας (sustain), επιτρέποντας στον μουσικό να εκτελεί αργά περάσματα Alap με μεγάλη εκφραστικότητα.
ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ "KHUNTI" ΚΑΙ Η ΘΕΡΜΙΚΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ
Τα κλειδιά του σιτάρ κατασκευάζονται συνήθως από ξύλο Shisham (Rosewood) ή Ebony. Η επιλογή του υλικού εδώ έχει να κάνει με τη θερμική διαστολή. Επειδή το dandi είναι από ξύλο Tun και τα κλειδιά από Shisham, ο οργανοποιός πρέπει να υπολογίσει πώς θα συμπεριφερθούν αυτά τα δύο διαφορετικά ξύλα σε συνθήκες ζέστης ή υγρασίας.
Τα κλειδιά σκαλίζονται με μια ελαφριά κωνικότητα (taper). Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί ένα εργαλείο που ονομάζεται "peg shaver" για να δώσει την ακριβή γωνία. Στη συνέχεια, το κλειδί τρίβεται με στεγνό σαπούνι και κιμωλία. Το σαπούνι επιτρέπει στο κλειδί να γυρίζει ομαλά, ενώ η κιμωλία προσφέρει την τριβή που χρειάζεται για να "κλειδώσει" στη θέση του. Ένα σωστά τοποθετημένο khunti δεν πρέπει να "πηδάει" κατά το κούρδισμα, επιτρέποντας στον μουσικό να κάνει μικρορυθμίσεις ακριβείας.
Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ "DOUBLE TUMBA" ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ
Όταν ένα σιτάρ διαθέτει και δεύτερη κολοκύθα στην κορυφή, ο οργανοποιός πρέπει να "κουρδίσει" τις δύο κολοκύθες μεταξύ τους. Αυτό ονομάζεται "sympathetic resonance of the bodies". Η πάνω κολοκύθα πρέπει να αντηχεί σε μια συχνότητα που συμπληρώνει την κάτω.
Αν οι δύο κολοκύθες αντηχούν στην ίδια ακριβώς νότα, μπορεί να δημιουργηθεί το φαινόμενο της "ακουστικής ακύρωσης", κάνοντας το όργανο να ακούγεται αδύναμο. Ο τεχνίτης ρυθμίζει τον όγκο της πάνω tumba προσθέτοντας ή αφαιρώντας υλικό από το εσωτερικό της, μέχρι οι δύο κολοκύθες να δημιουργήσουν ένα πλούσιο ηχητικό πεδίο που περιβάλλει τον μουσικό. Αυτή η λεπτομέρεια είναι που κάνει τα "Vina-style" σιτάρ να ακούγονται τόσο επιβλητικά σε μεγάλους χώρους.
Η ΕΠΙΣΤΡΩΣΗ ΜΕ "NAGPANI" (ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ)
Στις άκρες του dandi, εκεί όπου τοποθετούνται τα τάστα, ορισμένοι οργανοποιοί προσθέτουν μια λωρίδα από οστό ή celluloid που ονομάζεται nagpani. Αν και πολλοί θεωρούν ότι είναι καθαρά διακοσμητική, η nagpani χρησιμεύει ως προστατευτικό για το ξύλο Tun.
Επειδή το Tun είναι σχετικά μαλακό ξύλο, η συνεχής πίεση από το δέσιμο των τάστων θα μπορούσε να προκαλέσει μικρά βαθουλώματα στις άκρες του μπράτσου. Η nagpani λειτουργεί ως σκληρό υπόστρωμα που διατηρεί το σχήμα του dandi αναλλοίωτο. Ο οργανοποιός την κολλάει με μεγάλη προσοχή, διασφαλίζοντας ότι δεν υπάρχουν κενά αέρα, καθώς κάτι τέτοιο θα προκαλούσε τριγμούς κάθε φορά που ο μουσικός θα πίεζε ένα τάστο.
ΤΟ "FINAL SEASONING" ΥΠΟ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΑΙΞΙΜΑΤΟΣ
Αφού το σιτάρ ολοκληρωθεί, δεν παραδίδεται αμέσως. Ο οργανοποιός ή ένας επαγγελματίας μουσικός το παίζει για αρκετές ώρες κάθε μέρα για μια περίοδο δύο εβδομάδων. Αυτό ονομάζεται "breaking in the wood". Το ξύλο, όντας οργανικό υλικό, χρειάζεται χρόνο για να "μάθει" να δονείται στις συγκεκριμένες συχνότητες των Ragas.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι χορδές ασκούν τη μόνιμη πίεση τους, η γομαλάκα σταθεροποιείται και η γέφυρα jawari "κάθεται" στη θέση της. Ο οργανοποιός παρατηρεί αυτές τις αλλαγές και κάνει τις τελευταίες μικρορυθμίσεις. Είναι η στιγμή που το σιτάρ από ένα σύνολο ξύλων και χορδών μετατρέπεται σε ένα ολοκληρωμένο μουσικό όργανο με τη δική του μοναδική φωνή.Συνεχίζουμε με την επόμενη ενότητα, εστιάζοντας στις τεχνικές που αφορούν τη δομική σταθερότητα και τις ακουστικές λεπτομέρειες που κάνουν ένα σιτάρ να αντέχει στον χρόνο.
Η ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥ "LANGOT" (ΤΟ ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ)
Το langot είναι το τριγωνικό ή τραπεζοειδές κομμάτι ξύλου στη βάση της κολοκύθας όπου στερεώνονται όλες οι χορδές. Η πίεση που δέχεται αυτό το σημείο είναι τεράστια. Ο οργανοποιός δεν το κολλάει απλώς· χρησιμοποιεί εσωτερικές ξύλινες "σφήνες" που διαπερνούν το τοίχωμα της κολοκύθας και ενώνονται με το gulu.
Πολλές φορές, το langot καλύπτεται από ένα στρώμα οστού ή μετάλλου για να μην "πληγώνεται" το ξύλο από τους κόμπους των χορδών. Ο τεχνίτης πρέπει να διασφαλίσει ότι το langot είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένο με τη γέφυρα jawari. Αν υπάρχει έστω και ελάχιστη απόκλιση, οι χορδές θα ασκούν πλευρική πίεση, κάτι που με τον καιρό θα οδηγήσει σε σκεύρωμα του dandi ή σε ρωγμή στο tabli.
Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΥΓΡΑΣΙΑΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ TUMBA
Η κολοκύθα είναι ένα οργανικό υλικό που αντιδρά έντονα στις αλλαγές του κλίματος. Ένα μυστικό των παλιών οργανοποιών είναι η επάλειψη του εσωτερικού της κολοκύθας με ένα μείγμα από φυσικά έλαια και λεπτό στρώμα ρητίνης. Αυτό δεν γίνεται για τον ήχο, αλλά για τη στεγανοποίηση.
Αυτή η εσωτερική "θωράκιση" εμποδίζει την κολοκύθα από το να απορροφά υγρασία από τον αέρα, η οποία θα την έκανε πιο βαριά και θα "έπνιγε" τις δονήσεις. Ένα σωστά προετοιμασμένο αντηχείο διατηρεί την κρυστάλλινη ποιότητα του ήχου του είτε βρίσκεται στην υγρή Καλκούτα είτε σε ένα ξηρό κλίμα στην Ευρώπη ή την Αμερική.
ΤΟ ΣΚΑΛΙΣΜΑ ΤΩΝ "TABLI INLAYS" (ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΑ ΕΝΘΕΤΑ)
Στα σιτάρ υψηλής αισθητικής, το tabli διακοσμείται με λεπτές λωρίδες από οστό ή celluloid που ακολουθούν την περίμετρο της ένωσης με την κολοκύθα. Αυτά τα ένθετα (inlays) απαιτούν το σκάλισμα ενός αυλακιού βάθους μόλις 1 χιλιοστού.
Ο οργανοποιός πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικός: το tabli είναι ήδη λεπτό και ένα λάθος στο σκάλισμα μπορεί να το τρυπήσει. Αυτά τα ένθετα λειτουργούν και ως "φρένο" για τυχόν ρωγμές που μπορεί να ξεκινήσουν από τις άκρες του ξύλου, εμποδίζοντάς τις να επεκταθούν προς το κέντρο, εκεί όπου κάθεται η γέφυρα. Είναι ένας συνδυασμός προστασίας και υψηλής τέχνης.
Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ "ACTION" ΣΤΑ ΤΑΣΤΑ (PARDA HEIGHT)
Η απόσταση των χορδών από τα τάστα (action) καθορίζει το πόσο εύκολα μπορεί ο μουσικός να εκτελέσει το meend (το τράβηγμα της χορδής). Ο οργανοποιός ρυθμίζει την action όχι μόνο από τη γέφυρα, αλλά και από την καμπυλότητα των ίδιων των τάστων.
Κάθε τάστο λυγίζεται στο χέρι για να ταιριάζει στην καμπύλη του dandi. Αν ένα τάστο είναι πολύ "ψηλό" στις άκρες, η χορδή θα βρίσκει πάνω του κατά το τράβηγμα, παράγοντας έναν δευτερεύοντα ήχο. Ο τεχνίτης ελέγχει κάθε τάστο με έναν χάρακα ακριβείας και, αν χρειαστεί, το λιμάρει ελαφρά στις άκρες του, διασφαλίζοντας ότι ο μουσικός μπορεί να "τραβήξει" τη χορδή Ma μέχρι και πέντε νότες παραπάνω χωρίς εμπόδιο.
ΤΟ "ΚΟΥΡΔΙΣΜΑ" ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΛΟΚΥΘΑΣ (TOP TUMBA)
Πολλά σιτάρ διαθέτουν μια δεύτερη, μικρότερη κολοκύθα στο πίσω μέρος του λαιμού. Αυτή η κολοκύθα δεν είναι απλώς διακοσμητική. Λειτουργεί ως πρόσθετο αντηχείο που ενισχύει τις υψηλές συχνότητες και βοηθά στην ισορροπία του οργάνου στον ώμο του μουσικού.
Ο οργανοποιός πρέπει να επιλέξει μια μικρή κολοκύθα που η φυσική της συχνότητα συντονισμού "δένει" με την κύρια tumba. Η σύνδεσή της γίνεται με έναν ξύλινο ή μεταλλικό κοχλία. Ο τεχνίτης φροντίζει ώστε η επαφή της με το dandi να είναι σταθερή, καθώς αν υπάρχει έστω και ελάχιστος τζόγος, η πάνω κολοκύθα θα τρίζει ενοχλητικά σε συγκεκριμένες νότες.
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ "KHOUNTI CARVING" (ΣΚΑΛΙΣΜΑ ΚΛΕΙΔΙΩΝ)
Τα κλειδιά (khunti) του σιτάρ είναι μικρά γλυπτά από μόνα τους. Σκαλίζονται από σκληρό ξύλο Shisham και συχνά φέρουν σχέδια που θυμίζουν μπουμπούκια λουλουδιών. Η κεφαλή του κλειδιού πρέπει να είναι εργονομική, ώστε ο μουσικός να μπορεί να εφαρμόζει δύναμη χωρίς να πονάνε τα δάχτυλά του.
Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί έναν μικρό τόρνο για το βασικό σχήμα και στη συνέχεια κάνει τις λεπτομέρειες με το χέρι. Το στέλεχος του κλειδιού, που μπαίνει στην τρύπα του dandi, πρέπει να είναι απόλυτα λείο. Ο τεχνίτης το τρίβει με σκόνη γραφίτη ή ειδικό κερί για να εξασφαλίσει ότι το κούρδισμα θα είναι ομαλό, χωρίς το κλειδί να "πηδάει" απότομα λόγω της τάσης της χορδής.
Η "ΖΩΝΤΑΝΗ" ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΟΥΣΙΚΟ
Η ολοκλήρωση ενός σιτάρ είναι μια προσωπική υπόθεση. Συχνά, ο μουσικός επισκέπτεται το εργαστήριο για τις τελικές ρυθμίσεις. Ο οργανοποιός παρατηρεί τον τρόπο που ο καλλιτέχνης κρατά το όργανο και τη δύναμη με την οποία χτυπά τις χορδές.
Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις, γίνεται το τελευταίο λιμάρισμα της jawari. Ένας μουσικός με "βαρύ χέρι" χρειάζεται μια πιο στιβαρή ρύθμιση, ενώ ένας δεξιοτέχνης των γρήγορων περασμάτων (tanas) προτιμά μια πιο ευαίσθητη γέφυρα. Αυτός ο τελικός "διάλογος" μεταξύ κατασκευαστή και εκτελεστή είναι που δίνει στο σιτάρ την τελική του πνοή.
Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΟΥ "DANDI" (ΒΡΑΧΙΟΝΑΣ)
Το dandi δεν είναι ένας απλός ξύλινος σωλήνας. Ο οργανοποιός, πριν σφραγίσει το μπράτσο με το ξύλινο κάλυμμα, σκαλίζει το εσωτερικό του με μεταβαλλόμενο πάχος. Κοντά στο gulu, το ξύλο αφήνεται πιο παχύ για να αντέχει τη θλιπτική τάση, ενώ προς την κορυφή (το nakka) λεπταίνει ελαφρά.
Αυτή η διαβαθμισμένη κοιλότητα λειτουργεί ως δευτερεύον αντηχείο. Ο αέρας που παγιδεύεται μέσα στο μπράτσο δονείται σε συμπαράσταση με τις χορδές. Αν το εσωτερικό σκαλιστεί λάθος, το όργανο μπορεί να παρουσιάσει "λύκους" (wolf tones) – δηλαδή νότες που ακούγονται δυσανάλογα δυνατά ή πνιγμένα σε σχέση με τις υπόλοιπες. Ο τεχνίτης ελέγχει τον ήχο χτυπώντας το ξύλο με τα δάχτυλα σε διάφορα σημεία, ακούγοντας την απόκριση του κενού χώρου.
Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ "TARAB" ΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ (GUIDES)
Οι συμπαθητικές χορδές (tarab) περνούν κάτω από τα τάστα και βγαίνουν στην επιφάνεια μέσα από μικρές οπές στο πλάι του dandi. Για να μην φθείρεται το ξύλο από την τριβή του μετάλλου, ο οργανοποιός τοποθετεί μικρά "μάτια" από οστό ή celluloid σε κάθε τρύπα.
Η ευθυγράμμιση αυτών των οπών είναι κρίσιμη. Πρέπει να ακολουθούν μια απόλυτα ευθεία γραμμή προς τα μικρά κλειδιά. Αν μια τρύπα είναι έστω και ένα χιλιοστό εκτός τροχιάς, η χορδή θα βρίσκει στο ξύλο, χάνοντας την ενέργειά της και μειώνοντας την αντήχηση που είναι το σήμα κατατεθέν του σιτάρ. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί ένα μακρύ ατσάλινο σύρμα ως οδηγό για να σημαδέψει τα σημεία διάτρησης με απόλυτη ακρίβεια.
Η "ΖΥΓΟΣΤΑΘΜΙΣΗ" ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ (WEIGHT DISTRIBUTION)
Ένα καλοφτιαγμένο σιτάρ πρέπει να ισορροπεί σχεδόν μόνο του όταν ο μουσικός κάθεται στη σωστή στάση. Ο οργανοποιός ρυθμίζει το κέντρο βάρους προσθέτοντας ή αφαιρώντας υλικό από το εσωτερικό του gulu ή επιλέγοντας πιο βαριά κλειδιά (khunti) για την κορυφή.
Αν το όργανο είναι "βαρύ" στην κορυφή, ο μουσικός θα κουράζεται προσπαθώντας να το κρατήσει όρθιο. Αν είναι πολύ ελαφρύ, θα γλιστράει από το πόδι. Η χρήση της δεύτερης κολοκύθας (tumba) στην κορυφή βοηθά συχνά σε αυτή την ισορροπία, αλλά ο τεχνίτης πρέπει να διασφαλίσει ότι η προσθήκη της δεν αλλοιώνει την ακουστική απόκριση του λαιμού.
Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ "CHHOTA JAWARI" (ΜΙΚΡΗ ΓΕΦΥΡΑ)
Ενώ η κύρια γέφυρα δέχεται όλη την προσοχή, η μικρή γέφυρα των tarab είναι αυτή που δημιουργεί το "βάθος" του ήχου. Κατασκευάζεται από ένα μικρό παραλληλόγραμμο κομμάτι οστού. Η επιφάνειά της δεν είναι επίπεδη, αλλά έχει μια ανεπαίσθητη καμπυλότητα, παρόμοια με τη μεγάλη γέφυρα.
Ο οργανοποιός ρυθμίζει τη μικρή γέφυρα έτσι ώστε οι συμπαθητικές χορδές να έχουν έναν "γλυκό" τριγμό. Αν η καμπύλη είναι πολύ απότομη, οι χορδές θα ακούγονται ξερές. Αν είναι πολύ επίπεδη, θα τρίζουν ενοχλητικά. Είναι μια εργασία που απαιτεί υπομονή, καθώς ο τεχνίτης πρέπει να κουρδίσει και τις 11 ή 13 χορδές tarab και να τις ακούσει όλες μαζί για να βεβαιωθεί ότι η αντήχηση είναι ομοιόμορφη.
Η "ΘΕΡΑΠΕΙΑ" ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ ΜΕ ΦΥΣΙΚΑ ΛΑΔΙΑ
Πριν το τελικό λούστρο, το ξύλο Tun δέχεται μια επεξεργασία με ένα μείγμα από λινέλαιο και σκόνη ρητίνης. Αυτό το μείγμα διεισδύει στους πόρους και "σταθεροποιεί" το ξύλο, κάνοντάς το λιγότερο ευαίσθητο στις απότομες αλλαγές θερμοκρασίας.
Ο οργανοποιός απλώνει το λάδι με το χέρι και το αφήνει να απορροφηθεί για αρκετές ημέρες. Αυτή η διαδικασία σκουραίνει ελαφρώς το ξύλο, δίνοντάς του μια πλούσια, παλαιωμένη εμφάνιση, ενώ ταυτόχρονα βελτιώνει την ακουστική του πυκνότητα. Είναι ένα βήμα που οι βιομηχανικοί κατασκευαστές συχνά παραλείπουν για να κερδίσουν χρόνο, αλλά είναι απαραίτητο για ένα όργανο που προορίζεται να κρατήσει μια ζωή.
ΤΟ "ΚΛΕΙΔΩΜΑ" ΤΟΥ LANGOT ΣΤΗΝ ΚΟΛΟΚΥΘΑ
Το langot, η βάση των χορδών, πρέπει να είναι "ένα" με την κολοκύθα. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί μια ειδική κόλλα από ρετσίνι και σκόνη ξύλου για να γεμίσει τυχόν κενά ανάμεσα στο langot και την καμπύλη επιφάνεια της tumba.
Αφού στεγνώσει, τοποθετούνται δύο ή τρεις μικρές βίδες ή ξύλινοι πείροι που διαπερνούν το langot και ασφαλίζουν σε ένα εσωτερικό ξύλινο μπλοκ. Αυτό το εσωτερικό μπλοκ είναι κρίσιμο, καθώς η κολοκύθα από μόνη της δεν θα άντεχε την τάση των χορδών. Η σταθερότητα του langot εξασφαλίζει ότι η γέφυρα jawari δεν θα μετακινηθεί ποτέ από τη θέση της, διατηρώντας το κούρδισμα σταθερό ακόμα και σε συνθήκες έντονης πίεσηςΣυνεχίζουμε με την εμβάθυνση στις τελικές και πιο κρίσιμες λεπτομέρειες, εκεί όπου η φυσική του ήχου συναντά την υψηλή ξυλουργική.
Η "ΑΝΑΣΑ" ΤΟΥ ΣΙΤΑΡ: Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΑ
Το σώμα του σιτάρ δεν είναι ένας στατικός θάλαμος. Ο οργανοποιός, κατά τη διάρκεια της ένωσης του dandi με την tumba, πρέπει να υπολογίσει τον όγκο του αέρα που θα μετακινείται. Στο εσωτερικό του gulu, το άνοιγμα δεν πρέπει να είναι ούτε πολύ στενό (που θα έπνιγε τις χαμηλές συχνότητες) ούτε πολύ ευρύ (που θα έκανε τον ήχο να διαχέεται ανεξέλεγκτα).
Ο τεχνίτης λειαίνει τις εσωτερικές ακμές της ένωσης για να αποφύγει τους στροβιλισμούς του αέρα. Ένα μυστικό των μεγάλων κατασκευαστών είναι η τοποθέτηση μιας μικροσκοπικής στρώσης από φυσικό κερί στο εσωτερικό "χείλος" της κολοκύθας. Αυτό βοηθά στην ταχύτερη ανάκλαση των ηχητικών κυμάτων, δίνοντας στο όργανο μια αμεσότητα στην απόκριση που είναι απαραίτητη για τα γρήγορα περάσματα (taans).
Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΩΝ "TARAB KHUNTI" (ΜΙΚΡΑ ΚΛΕΙΔΙΑ)
Τα μικρά κλειδιά που κουρδίζουν τις συμπαθητικές χορδές είναι τοποθετημένα σε μια αυστηρή διαγώνια διάταξη κατά μήκος του μπράτσου. Ο οργανοποιός ανοίγει τις τρύπες τους με μια κλίση 12 μοιρών προς τα πάνω. Αυτή η γωνία είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί ότι οι χορδές tarab, καθώς οδεύουν προς τη μικρή γέφυρα, δεν θα βρίσκουν στα τάστα.
Κάθε κλειδί tarab σκαλίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε η κεφαλή του να μην εμποδίζει το χέρι του μουσικού όταν αυτό κινείται γρήγορα πάνω στο dandi. Η τριβή εδώ ρυθμίζεται με μείγμα ξηρής κιμωλίας και ελάχιστου ελαίου. Αν ένα κλειδί tarab "πηδάει", ολόκληρη η αντήχηση του οργάνου καταστρέφεται, καθώς οι συμπαθητικές χορδές είναι εξαιρετικά ευαίσθητες στην ακρίβεια του κουρδίσματος.
ΤΟ "ΚΟΥΡΔΙΣΜΑ" ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ (BRIDGE VOICING)
Η μεγάλη γέφυρα (jawari) είναι η καρδιά του σιτάρ. Αφού τοποθετηθούν όλες οι χορδές, ξεκινά η διαδικασία του voicing. Ο οργανοποιός χρησιμοποιεί ένα μικρό κομμάτι γυαλόχαρτο κολλημένο σε ένα ξυλάκι και λιμάρει το οστό κάτω από κάθε χορδή ξεχωριστά, ενώ το όργανο είναι κουρδισμένο και υπό τάση.
Η καμπυλότητα πρέπει να είναι τέτοια ώστε η χορδή να εφάπτεται στο οστό σε μια πολύ συγκεκριμένη επιφάνεια. Αν η επαφή είναι πολύ μικρή, ο ήχος είναι "ξερός". Αν είναι πολύ μεγάλη, ο ήχος είναι "θαμπός". Ο τεχνίτης ελέγχει τον ήχο χτυπώντας τη χορδή και ακούγοντας τον "τριγμό". Μια τέλεια ρυθμισμένη γέφυρα επιτρέπει στις αρμονικές να αναπτύσσονται σταδιακά, δημιουργώντας αυτόν τον "κοσμικό" ήχο που κάνει το σιτάρ μοναδικό.
Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ "MOGARA" (ΟΔΗΓΟΙ CHIKARI)
Οι οδηγοί για τις χορδές chikari, τα mogara, τοποθετούνται στο πλάι του dandi. Αυτά τα μικρά εξαρτήματα από οστό δέχονται μεγάλη πίεση, καθώς οι χορδές chikari χτυπιούνται με δύναμη για τον ρυθμό. Ο οργανοποιός δεν τα καρφώνει απλώς στο ξύλο.
Ανοίγει μια τρύπα ελαφρώς μικρότερη από το στέλεχος του mogara και το τοποθετεί με θερμή πίεση. Αυτό δημιουργεί μια "μόνιμη" ένωση. Η κορυφή του mogara έχει μια αυλάκωση που πρέπει να είναι απόλυτα λεία. Αν υπάρχει η παραμικρή τραχύτητα, η χορδή θα κοπεί μέσα σε λίγα λεπτά παιξίματος. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια πολύ ψιλή κλωστή εμποτισμένη με σκόνη λείανσης για να γυαλίσει το εσωτερικό αυτών των μικροσκοπικών οδηγών.
ΤΟ "FINAL SEASONING" ΥΠΟ ΤΑΣΗ
Μόλις το όργανο ολοκληρωθεί, ο οργανοποιός το αφήνει κουρδισμένο ένα ημιτόνιο ψηλότερα από το κανονικό για 48 ώρες. Αυτή η διαδικασία "εξαναγκάζει" τις ίνες του ξύλου και την κολοκύθα να σταθεροποιηθούν υπό τη μέγιστη δυνατή πίεση.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, παρατηρούνται μικρο-μετακινήσεις στη γέφυρα ή στα κλειδιά. Ο οργανοποιός κάνει τις τελικές διορθώσεις και στη συνέχεια επαναφέρει το όργανο στο κανονικό κούρδισμα. Αυτό το στάδιο είναι απαραίτητο για να διασφαλιστεί ότι το σιτάρ δεν θα παρουσιάσει δομικά προβλήματα ή "πτώση" του ήχου όταν φτάσει στα χέρια του μουσικού.
Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ: ΤΟ "POLISHING" ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ
Όλα τα μέρη από οστό (γέφυρες, ara, manka) δέχονται ένα τελικό γυάλισμα με λάδι αμυγδάλου. Αυτό δεν γίνεται μόνο για την εμφάνιση. Το λάδι εισχωρεί στους πόρους του οστού, κάνοντάς το πιο σκληρό και ανθεκτικό στη φθορά που προκαλούν οι μεταλλικές χορδές.
Ένα καλά γυαλισμένο οστό επιτρέπει στη χορδή να γλιστρά ομαλά κατά το κούρδισμα, αποτρέποντας τα απότομα "πηδήματα" που δυσκολεύουν τον μουσικό. Το σιτάρ είναι πλέον ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης, έτοιμο να μεταφέρει την παράδοση αιώνων μέσα από τις δονήσεις του.Συνεχίζουμε για την τελική ευθεία, εστιάζοντας στις λεπτομέρειες που αφορούν τη στατική ακρίβεια, την ακουστική «σφράγιση» και την εργονομία που επιτρέπει στον μουσικό να ταυτιστεί με το όργανο.
Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΟΥ "NAKKA" ΚΑΙ Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ
Το σημείο όπου ο λαιμός του σιτάρ (dandi) ενώνεται με το κεφάλι όπου βρίσκονται τα μεγάλα κλειδιά ονομάζεται nakka. Αυτό το σημείο δέχεται τη μέγιστη ροπή στρέψης από τις επτά κύριες χορδές. Ο οργανοποιός δεν σκαλίζει το nakka ως ένα απλό κομμάτι ξύλου, αλλά αφήνει μια εσωτερική "νεύρωση" (reinforcement ridge) που λειτουργεί ως σπόνδυλος.
Αυτή η ενίσχυση αποτρέπει το λύγισμα του ξύλου προς τα εμπρός. Αν το nakka υποχωρήσει έστω και κατά ένα χιλιοστό, η γωνία των χορδών πάνω από την ara θα αλλάξει, προκαλώντας τριγμούς και αστάθεια στο κούρδισμα. Ο τεχνίτης ελέγχει την ευθυγράμμιση με έναν μεταλλικό κανόνα, διασφαλίζοντας ότι η διαδρομή των χορδών από τα κλειδιά μέχρι τη γέφυρα είναι απόλυτα ελεγχόμενη και δεν συναντά κανένα εμπόδιο.
ΤΟ "ΚΡΥΦΟ" ΣΤΡΩΜΑ ΤΗΣ ΓΟΜΑΛΑΚΑΣ (INTERNAL VARNISHING)
Μια τεχνική που συναντάται μόνο στα σιτάρ κορυφαίας ποιότητας είναι το ελαφρύ βερνίκωμα του εσωτερικού του dandi πριν την τοποθέτηση του tabli. Ο οργανοποιός περνάει ένα πολύ λεπτό στρώμα γομαλάκας στα εσωτερικά τοιχώματα.
Αυτό το στρώμα λειτουργεί ως ανακλαστήρας ήχου. Το γυμνό, πορώδες ξύλο Tun τείνει να απορροφά τις υψηλές συχνότητες, ενώ η λεπτή στρώση βερνικιού τις αντανακλά, δίνοντας στο όργανο μια πιο "λαμπερή" (bright) χροιά. Είναι μια λεπτή ισορροπία: αν το βερνίκι είναι πολύ παχύ, ο ήχος γίνεται μεταλλικός και σκληρός· αν είναι το σωστό, το σιτάρ αποκτά μια απίστευτη διαύγεια στις υψηλές νότες, που είναι απαραίτητη για την απόδοση των λεπτών διαστημάτων (shrutis).
Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ "KHOUNTI FITTING" (ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΛΕΙΔΙΩΝ)
Η τοποθέτηση των κλειδιών είναι μια διαδικασία που απαιτεί τη χρήση ενός ειδικού εργαλείου, του "reamer", το οποίο ανοίγει την τρύπα στο ξύλο με την ακριβή κωνικότητα του κλειδιού. Ένας επαγγελματίας οργανοποιός δεν βασίζεται σε βιομηχανικά πρότυπα, καθώς κάθε κλειδί που σκαλίζεται στο χέρι έχει ελαφρώς διαφορετικές διαστάσεις.
Αφού ανοιχτεί η τρύπα, ο τεχνίτης χρησιμοποιεί ένα μείγμα από κιμωλία και στεγνό σαπούνι για να "στρώσει" την επαφή. Η κιμωλία προσφέρει την απαραίτητη τριβή για να μην γλιστράει το κλειδί υπό την πίεση της χορδής, ενώ το σαπούνι επιτρέπει την ομαλή περιστροφή χωρίς απότομα "πηδήματα". Αν το κούρδισμα δεν είναι απόλυτα ομαλό, ο μουσικός θα δυσκολεύεται να βρει την ακριβή συχνότητα, κάτι που είναι καταστροφικό για το ινδικό σύστημα των Ragas.
ΤΟ ΦΙΝΙΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ ΜΕ "ΛΑΔΙ" (STRING OILING)
Μετά την πλήρη συναρμολόγηση και πριν την πρώτη δοκιμή, ο οργανοποιός περνά τις χορδές με ένα πολύ λεπτό στρώμα από λάδι αμυγδάλου ή ειδικό ορυκτέλαιο. Αυτό δεν γίνεται μόνο για την προστασία από τη σκουριά. Το λάδι βοηθά το mizrab (την πένα) να γλιστρά πιο ομαλά πάνω στο μέταλλο και μειώνει τον θόρυβο που κάνει το δάχτυλο του μουσικού καθώς κινείται πάνω στις χορδές.
Αυτή η λεπτομέρεια είναι ζωτικής σημασίας για τις ηχογραφήσεις, όπου ο παραμικρός "συρτός" ήχος μπορεί να γίνει αντιληπτός. Ο οργανοποιός τρίβει κάθε χορδή ξεχωριστά με ένα μαλακό πανί, διασφαλίζοντας ότι δεν υπάρχει υπερβολική ποσότητα που θα μπορούσε να λερώσει τα τάστα ή να "πνίξει" τις δονήσεις της χορδής.
Η ΤΕΛΙΚΗ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ "TABLI" (SEASONING UNDER TENSION)
Μια από τις τελευταίες ενέργειες πριν την παράδοση είναι η σταθεροποίηση του tabli υπό τάση. Ο οργανοποιός κουρδίζει το σιτάρ μισό ή ένα ολόκληρο τόνο ψηλότερα από το κανονικό και το αφήνει σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον για 48 έως 72 ώρες. Αυτή η διαδικασία "εξαναγκάζει" τις ίνες του ξύλου να ευθυγραμμιστούν με τις δυνάμεις που ασκούν οι χορδές.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η γέφυρα jawari μπορεί να "βυθιστεί" ελάχιστα. Ο οργανοποιός παρακολουθεί αυτή τη μεταβολή και κάνει τις τελικές διορθώσεις στο ύψος της γέφυρας. Αυτό το στάδιο είναι απαραίτητο για να διασφαλιστεί ότι ο μουσικός δεν θα βρεθεί προ εκπλήξεως μετά από μερικές εβδομάδες χρήσης, όταν το όργανο θα έχει πλέον "ανοίξει" ηχητικά και οι δομικές του τάσεις θα έχουν εξισορροπηθεί.
ΤΟ "ΤΕΛΙΚΟ ΑΥΤΙ" (THE FINAL LISTENING)
Πριν το σιτάρ θεωρηθεί ολοκληρωμένο, ο οργανοποιός το αφήνει σε απόλυτη ησυχία για μία ημέρα και στη συνέχεια το κουρδίζει ξανά. Αυτό το "τελικό αυτί" είναι η στιγμή της αλήθειας. Ο τεχνίτης δεν παίζει απλώς κλίμακες, αλλά ακούει την "ουρά" του ήχου (decay).
Αν ο ήχος σβήνει με έναν ομοιόμορφο τρόπο, χωρίς αυξομειώσεις στην ένταση, τότε η κατασκευή είναι επιτυχής. Αν παρατηρηθεί κάποιο "κύμα" στον ήχο που σβήνει, σημαίνει ότι υπάρχει κάποια αστάθεια στη γέφυρα ή στο tabli. Σε αυτή την περίπτωση, το όργανο επιστρέφει στον πάγκο για τις τελευταίες μικρο-διορθώσεις. Το σιτάρ είναι πλέον ένα ζωντανό ον, έτοιμο να μεταφέρει τα συναισθήματα του μουσικού στο κοινό.Συνεχίζουμε για την ολοκλήρωση της παρουσίασης, εστιάζοντας στις τελευταίες «αόρατες» λεπτομέρειες που αφορούν τη δομική υγεία του οργάνου σε βάθος χρόνου και τη σχέση του με το περιβάλλον.
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ "ARA" (ΠΑΝΩ ΓΕΦΥΡΑ) ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΤΑΣΗΣ
Η ara είναι το κομμάτι οστού που βρίσκεται στην κορυφή του μπράτσου και οδηγεί τις χορδές προς τα κλειδιά. Ο οργανοποιός δεν την τοποθετεί απλώς πάνω στο ξύλο. Σκαλίζει μια μικρή υποδοχή (bed) στο nakka, ώστε η ara να εφάπτεται σε τρεις πλευρές.
Αυτή η "φωλιά" εξασφαλίζει ότι η ara δεν θα μετακινηθεί ποτέ από την πίεση των χορδών. Οι εγκοπές στην ara πρέπει να έχουν μια ελαφριά κλίση προς τα κάτω, ακολουθώντας τη γωνία των κλειδιών. Αν η εγκοπή είναι οριζόντια, η χορδή θα τρίζει στο πάνω μέρος, καταστρέφοντας την καθαρότητα των "ανοιχτών" χορδών. Ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια πολύ ψιλή λίμα και στη συνέχεια γυαλίζει την εγκοπή με κερωμένο νήμα για να εκμηδενίσει την τριβή.
ΤΟ "ΚΟΥΡΔΙΣΜΑ" ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΛΟΚΥΘΑΣ (TOP TUMBA)
Στα σιτάρ που διαθέτουν και δεύτερη κολοκύθα στην κορυφή, ο οργανοποιός πρέπει να "συντονίσει" τα δύο αντηχεία. Η πάνω κολοκύθα λειτουργεί ως "ενισχυτής" των υψηλών αρμονικών. Ο τεχνίτης ελέγχει τον όγκο του αέρα στο εσωτερικό της, προσθέτοντας ή αφαιρώντας υλικό από το άνοιγμα της βάσης της.
Η σύνδεση της πάνω tumba με το dandi γίνεται μέσω ενός ορειχάλκινου ή ξύλινου κοχλία. Ο οργανοποιός τοποθετεί μια ροδέλα από μαλακό δέρμα ή τσόχα ανάμεσα στην κολοκύθα και το ξύλο. Αυτό το στρώμα απορροφά τους μηχανικούς θορύβους και επιτρέπει μόνο στην ακουστική δόνηση να περάσει στο δεύτερο αντηχείο, δίνοντας στο όργανο αυτόν τον χαρακτηριστικό "αέρινο" ήχο.
Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ "MOGARA" ΜΕ ΦΥΣΙΚΗ ΡΗΤΙΝΗ
Τα mogara (οι οδηγοί των χορδών chikari) είναι μικρά καρφιά από οστό που δέχονται συνεχή χτυπήματα. Με την πάροδο του χρόνου, η τρύπα στο ξύλο Tun μπορεί να χαλαρώσει. Για να το προλάβει αυτό, ο οργανοποιός εμποτίζει την τρύπα με μια σταγόνα ζεστής ρητίνης πριν τοποθετήσει το mogara.
Η ρητίνη αυτή διεισδύει στις ίνες του ξύλου και τις σκληραίνει, δημιουργώντας ένα "δαχτυλίδι" προστασίας. Έτσι, το mogara παραμένει σταθερό για δεκαετίες, διατηρώντας την ακριβή απόσταση της χορδής από τα τάστα. Είναι μια λεπτομέρεια που δείχνει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα όργανο συναυλιακού επιπέδου και ένα τουριστικό σιτάρ.
ΤΟ "ΤΕΛΙΚΟ ΠΑΤΗΜΑ" ΤΩΝ ΤΑΣΤΩΝ (PARDA SETTING)
Αφού τοποθετηθούν όλα τα τάστα, ο οργανοποιός κάνει έναν τελευταίο έλεγχο "επιπεδότητας". Χρησιμοποιεί έναν μεταλλικό κανόνα ακριβείας που καλύπτει τρία τάστα ταυτόχρονα. Αν υπάρχει έστω και η παραμικρή ταλάντωση, το τάστο πιέζεται ή λυγίζεται ελαφρά με μια ειδική λαβίδα.
Αυτή η διαδικασία εξασφαλίζει ότι ο μουσικός μπορεί να εκτελέσει το meend (το τράβηγμα της χορδής) χωρίς να βρίσκει σε επόμενα τάστα. Ο τεχνίτης ελέγχει την απόσταση (action) σε κάθε νότα ξεχωριστά, διασφαλίζοντας ότι το όργανο είναι "μαλακό" στο παίξιμο αλλά "νευρικό" στην απόκριση.
Η "ΣΦΡΑΓΙΣΗ" ΜΕ ΚΕΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΛΟΥΣΤΡΑΡΙΣΜΑ
Το τελευταίο στάδιο είναι η επάλειψη όλων των σημείων επαφής (γέφυρες, ara, mogara) με ένα μείγμα από αγνό κερί μέλισσας. Αυτό το στρώμα προστατεύει το οστό από την υγρασία και τη λιπαρότητα των δακτύλων του μουσικού.
Στη συνέχεια, το σώμα του οργάνου δέχεται ένα τελευταίο "χέρι" γομαλάκας (French Polish) με ένα πολύ μαλακό πανί. Αυτό το τελικό στρώμα δίνει στο σιτάρ τη βαθιά, καθρεφτίζουσα λάμψη του. Ο οργανοποιός αφήνει το όργανο να "ξεκουραστεί" για 24 ώρες πριν το τοποθετήσει στη θήκη του. Το σιτάρ είναι πλέον έτοιμο να ξεκινήσει τη ζωή του, φέροντας μέσα του τη σοφία και την τέχνη του δημιουργού του.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΤΟ ΣΙΤΑΡ ΩΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ
Η κατασκευή ενός σιτάρ δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά. Το όργανο θα συνεχίσει να "ανοίγει" ηχητικά για τα επόμενα δέκα χρόνια, καθώς το ξύλο και η κολοκύθα θα προσαρμόζονται στις δονήσεις της μουσικής. Ο οργανοποιός έχει θέσει τις βάσεις, αλλά ο μουσικός είναι αυτός που θα δώσει την τελική πνοή κι θα διαμορφώσει τον χαρακτήρα του οργάνου μέσα από τις χιλιάδες ώρες εξάσκησης.
Με αυτή την ενότητα ολοκληρώσαμε την εκτενή παρουσίαση της οργανοποιίας του σιτάρ.
1. ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ
"The Sitar" (Manfred Junius): Θεωρείται η «βίβλος» για την κατασκευή και τη δομή του οργάνου. Αναλύει διεξοδικά τις μετρήσεις, τα υλικά και τη φυσική του ήχου.
"My Music, My Life" (Ravi Shankar): Αν και αυτοβιογραφικό, περιέχει ένα ολόκληρο παράρτημα για την ιστορία και την ανατομία του σιτάρ, γραμμένο από τον άνθρωπο που καθόρισε το σύγχρονο στυλ κατασκευής.
2. ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΚΟΥΣΤΙΚΗΣ
"The Physics of Musical Instruments" (Neville Fletcher & Thomas Rossing): Σε αυτό το έργο βασίζεται η ανάλυση για το πώς η γέφυρα Jawari δημιουργεί τις αρμονικές και πώς λειτουργεί η κολοκύθα ως αντηχείο Helmholtz.
"The Story of the Sitar" (Dandapani Capila): Μια ιστορική αναδρομή που εξηγεί τη μετάβαση από την αρχαία Veena στο σύγχρονο σιτάρ και τις αλλαγές στα υλικά (από ελεφαντόδοντο σε οστό).
3. ΠΡΑΚΤΙΚΟΙ ΟΔΗΓΟΙ ΟΡΓΑΝΟΠΟΙΙΑΣ
"Sitar Manual" (Rain City Music / Lars Jacobsen): Σύγχρονες καταγραφές που περιγράφουν τη διαδικασία του setup, το δέσιμο των τάστων και τη συντήρηση των κλειδιών (Khunti).
Μελέτες των οίκων της Καλκούτας (π.χ. Hiren Roy, Radha Krishna Sharma): Πολλά από τα στοιχεία για την παλαίωση του ξύλου Tun και τη χρήση της γομαλάκας προέρχονται από την προφορική παράδοση και τις καταγραφές αυτών των κορυφαίων κατασκευαστών.
.jpeg)
.jpeg)
.jpeg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου