Η μεταμόρφωση του σιδηρουργού σε κατασκευαστή οργάνων είναι μια από τις πιο γοητευτικές πτυχές της τσιγγάνικης ιστορίας. Για τους Ρομά, η φωτιά και το μέταλλο ήταν στοιχεία ιερά, και ο σιδηρουργός (Amali) θεωρούνταν ένας άνθρωπος που μπορούσε να δαμάσει την ύλη.
Όταν ένας σιδηρουργός αποφάσιζε να φτιάξει ένα όργανο, δεν ακολουθούσε κανόνες ακουστικής φυσικής, αλλά τους νόμους της αντοχής και της "φωνής" του μετάλλου.
Η ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΧΟΥ
Ο σιδηρουργός είχε το πλεονέκτημα να γνωρίζει πώς δονείται κάθε έλασμα. Αυτό ήταν καθοριστικό για την κατασκευή και τη συντήρηση των οργάνων:
Τα Χάλκινα Πνευστά: Όταν μια τρομπέτα ή ένα κορνέτο τσακιζόταν, ο σιδηρουργός του καταυλισμού ήταν ο μόνος που μπορούσε να το ισιώσει χωρίς να καταστρέψει τον ήχο. Χρησιμοποιούσαν καλούπια από σκληρό ξύλο και "έψηναν" το μέταλλο με τέτοιο τρόπο ώστε να ξαναβρεί τη λαμπρότητά του.
Οι Χορδές: Πριν την εμφάνιση των βιομηχανικών χορδών, οι σιδηρουργοί έπλαθαν λεπτά σύρματα από ασήμι ή ατσάλι. Αυτές οι χειροποίητες χορδές έδιναν έναν πιο τραχύ, πιο "γήινο" ήχο, που ταίριαζε απόλυτα στις αυτοσχεδιαστικές μελωδίες τους.
Το Τσίμπαλο: Η κατασκευή του τσιμπάλου απαιτούσε έναν συνδυασμό ξυλουργικής και μεταλλουργίας. Ο σιδηρουργός έπρεπε να φτιάξει το μεταλλικό πλαίσιο που θα άντεχε την τεράστια πίεση των χορδών.
ΤΟ ΞΥΛΟ ΚΑΙ ΤΟ "ΜΥΣΤΙΚΟ" ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ
Παρόλο που ο σιδηρουργός δούλευε το μέταλλο, η γνώση του για τη φωτιά τον βοηθούσε και στο ξύλο. Για να λυγίσουν τα πλαϊνά μιας κιθάρας ή ενός βιολιού, χρησιμοποιούσαν πυρακτωμένα σίδερα. Ο σιδηρουργός ήξερε ακριβώς πόσο έπρεπε να ζεσταθεί το σίδερο ώστε το ξύλο να λυγίσει χωρίς να καεί, δίνοντάς του το σχήμα της "γυναίκας", όπως αποκαλούσαν συχνά το σώμα του βιολιού.
"Όπως το πέταλο του αλόγου πρέπει να εφαρμόζει τέλεια για να τρέξει, έτσι και το ξύλο πρέπει να 'ψηθεί' σωστά για να τραγουδήσει," έλεγαν οι παλιοί τεχνίτες.
ΤΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΝ ΜΟΥΣΙΚΗ
Υπήρχαν περιπτώσεις όπου τα ίδια τα εργαλεία της σιδηρουργικής μετατρέπονταν σε μουσικά όργανα:
Το Αμόνι: Σε πολλές παραδοσιακές τσιγγάνικες γιορτές, ο σιδηρουργός χτυπούσε το αμόνι ρυθμικά με το σφυρί του, δημιουργώντας έναν μεταλλικό κρότο που συνοδευόταν από τραγούδι. Αυτό θεωρείται ο πρόδρομος πολλών ρυθμικών σχημάτων των Βαλκανίων.
Οι Λαβίδες: Χρησιμοποιούνταν συχνά ως κρουστά, κλείνοντας και ανοίγοντάς τες ρυθμικά.
Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Για την κοινότητα, ο σιδηρουργός που έφτιαχνε όργανα ήταν ένας μάγος. Πίστευαν ότι κλείδωνε μέσα στο όργανο ένα κομμάτι από τη φωτιά του καμινιού του. Έτσι, ο μουσικός που έπαιρνε το όργανο στα χέρια του δεν είχε απλώς ένα αντικείμενο, αλλά ένα κομμάτι ζωντανής ενέργειας.
Αυτή η παράδοση της "μεταποίησης" και της επισκευής με ό,τι μέσα υπήρχαν διαθέσιμα, έπλασε τον ανθεκτικό χαρακτήρα της τσιγγάνικης μουσικής. Τίποτα δεν πεταγόταν, όλα μεταμορφώνονταν σε ήχο.Αν και η πλειονότητα των Τσιγγάνων οργανοποιών παρέμεινε στην ανωνυμία της προφορικής παράδοσης, υπάρχουν ορισμένα ονόματα που κατάφεραν να σπάσουν τα σύνορα του καταυλισμού και να κερδίσουν τον σεβασμό των μεγαλύτερων μουσικών του κόσμου.
Ο πιο εμβληματικός "μάστορας" που συνδέθηκε άρρηκτα με την τσιγγάνικη μουσική παράδοση ήταν ο MARIO MACCAFERRI, ο οποίος, αν και Ιταλός στην καταγωγή, συνεργάστηκε τόσο στενά με τους Manouche (Τσιγγάνους της Γαλλίας) που το όνομά του έγινε συνώνυμο της ταυτότητάς τους.
Ωστόσο, αν ψάχνουμε για αυθεντικές τσιγγάνικες μορφές που άφησαν εποχή, πρέπει να σταθούμε στις παρακάτω περιπτώσεις:
Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ BROCHOT (ΓΑΛΛΙΑ)
Στην κοινότητα των Manouche, η οικογένεια BROCHOT υπήρξε θρυλική. Ήταν Τσιγγάνοι που ειδικεύτηκαν στην επισκευή και αργότερα στην κατασκευή κιθαρών και βιολιών.
Ο JEAN BROCHOT ήταν ο άνθρωπος στον οποίο κατέφευγαν όλοι οι μεγάλοι κιθαρίστες του Παρισιού τη δεκαετία του '40 και του '50.
Δεν ήταν απλοί τεχνίτες· ήταν "γιατροί" των οργάνων. Επειδή οι Τσιγγάνοι μουσικοί έπαιζαν με απίστευτη δύναμη και ταχύτητα, τα όργανα "πέθαιναν" γρήγορα. Οι Brochot ήξεραν πώς να ενισχύσουν το ξύλο χωρίς να χάσει τον κρυστάλλινο ήχο του.
ΟΙ ΛΑΟΥΤΑΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ STOICA
Στη Ρουμανία, η κατασκευή του Cimbalom (Τσίμπαλο) ήταν για χρόνια οικογενειακό μυστικό των Ρομά. Η οικογένεια STOICA υπήρξε από τις πιο γνωστές.
Κατασκεύαζαν τσίμπαλα που μπορούσαν να αντέξουν τις αλλαγές του καιρού κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων.
Χρησιμοποιούσαν ειδικά κράματα μετάλλων για τις χορδές, τα οποία "έψηναν" σε δικά τους καμίνια, συνδυάζοντας την τέχνη του σιδηρουργού με εκείνη του μουσικού.
ΟΙ "ΑΝΩΝΥΜΟΙ" ΜΑΣΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ
Στα Γιάννενα και στην Άμφισσα, οι Τσιγγάνοι σιδηρουργοί έφτιαχναν τα περίφημα κουδούνια και κύμβαλα, αλλά και μεταλλικά εξαρτήματα για κλαρίνα.
Ήταν εκείνοι που μετέτρεπαν τα παλιά ξύλινα κλαρίνα, αντικαθιστώντας τα φθαρμένα κλειδιά με χειροποίητα ασημένια ή μπρούτζινα, δίνοντας στο όργανο μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και πιο λαμπερό ήχο.
ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΤΣΙΓΓΑΝΟΥ ΟΡΓΑΝΟΠΟΙΟΥ
Αυτό που έκανε έναν Τσιγγάνο οργανοποιό γνωστό μέσα στην κοινότητα δεν ήταν η "μάρκα", αλλά η "ακοή" του.
"Ένας καλός μάστορας," έλεγαν, "πρέπει να ακούει το δέντρο πριν γίνει βιολί."
Σήμερα, πολλοί σύγχρονοι Ρομά συνεχίζουν αυτή την παράδοση, δουλεύοντας σε μεγάλα εργαστήρια στην Κρεμόνα της Ιταλίας ή στη Μιτένβαλντ της Γερμανίας, κουβαλώντας στα δάχτυλά τους τη γενετική μνήμη αιώνων επεξεργασίας του ξύλου και του μετάλλου.
ΕΛΛΑΔΑ
Η ΤΕΧΝΟΓΝΩΣΙΑ ΑΝΑ ΟΡΓΑΝΟ
ΖΟΥΡΝΑΣ & ΠΙΠΙΖΑ:
Η κατασκευή τους απαιτεί τεράστια εμπειρία στην κατεργασία σκληρών ξύλων (όπως η αγριοκερασιά, ο πλάτανος ή η ελιά). Οι Τσιγγάνοι μάστορες γνώριζαν πώς να "ανοίγουν" την εσωτερική τρύπα με τέτοιο τρόπο ώστε ο ήχος να είναι διαπεραστικός και να ακούγεται σε χιλιόμετρα. Ιδιαίτερη σημασία έδιναν στο "κάλαμο" (το επιστόμιο), το οποίο συχνά έφτιαχναν μόνοι τους από ειδικές καλαμιές, ρυθμίζοντάς το με ακρίβεια χιλιοστού για να "υπακούει" στα πνευμόνια του παίκτη.
ΝΤΑΟΥΛΙ:
Εδώ η τέχνη του σιδηρουργού συναντούσε την τέχνη του βυρσοδέψη. Οι Ρομά κατασκευαστές επέλεγαν οι ίδιοι τα δέρματα (συνήθως κατσίκας ή προβάτου), τα οποία επεξεργάζονταν με παραδοσιακές μεθόδους για να έχουν τη σωστή ελαστικότητα. Το δέσιμο του νταουλιού με τα σχοινιά και το σφίξιμο του δέρματος πάνω στον ξύλινο σκελετό ήταν μια ιεροτελεστία που καθόριζε αν το όργανο θα είχε "μπάσο" ή "ξερό" ήχο.
ΚΛΑΡΙΝΟ & ΒΙΟΛΙ:
Σε αυτά τα πιο "λόγια" όργανα, η συνεισφορά τους ήταν κυρίως στη μεταποίηση. Ένα κλαρίνο του εμπορίου στα χέρια ενός Ρομά τεχνίτη άλλαζε: "πείραζαν" τα κλειδιά, άλλαζαν τα ελατήρια για να είναι πιο γρήγορα και συχνά αντικαθιστούσαν τα φελλώδη μέρη με δέρμα για καλύτερη στεγανοποίηση.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
Οι οργανοποιοί αυτοί ήταν συνήθως "περιπλανώμενοι μάστορες". Δεν περίμεναν τον πελάτη στο εργαστήριο, αλλά πήγαιναν εκεί που υπήρχε η ανάγκη: στα μεγάλα πανηγύρια (όπως της Μεσοκωμής ή της Αγίας Αγάθης). Εκεί, ανάμεσα στις εμφανίσεις τους, επισκεύαζαν επί τόπου τα όργανα των συναδέλφων τους.
"Ο ζουρνάς θέλει χέρι που να ξέρει από σίδερο και καρδιά που να ξέρει από καημό," έλεγαν οι παλιοί μάστορες στην περιοχή της Ημαθίας και των Σερρών, όπου η παράδοση του ζουρνά παραμένει πανίσχυρη.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ
Αυτή η ενασχόληση δημιούργησε μια μοναδική μουσική γεωγραφία:
Στη Βόρεια Ελλάδα: Εξειδίκευση στον ζουρνά και το χάλκινο πνευστό.
Στη Στερεά και Πελοπόννησο: Εστίαση στο κλαρίνο και το βιολί.
Στα Βαλκάνια (Βουλγαρία, Σερβία): Κυριαρχία στα κρουστά και τα χάλκινα.
[Table comparing traditional materials used by Romani luthiers]
| Όργανο | Υλικό Σκελετού | Υλικό Ήχου |
| Ζουρνάς | Ξύλο Δαμασκηνιάς/Ελιάς | Καλάμι |
| Νταούλι | Λυγισμένη Οξιά | Δέρμα Κατσίκας |
| Βιολί | Σφένδαμος | Χορδές από Έντερο ή Ατσάλι |
| Κλαρίνο | Έβενος | Ασημένια Κλειδιά |


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου