Η ευρωπαϊκή μουσική ξεκίνησε από το σκοτάδι των σπηλαίων, όπου οι πρώτοι άνθρωποι σκάλιζαν οστά από μαμούθ και γύπες για να φτιάξουν φλάουτα, προσπαθώντας να μιμηθούν τους ήχους της φύσης και να επικοινωνήσουν με το θείον. Στην εποχή του χαλκού, ο ήχος έγινε πιο τραχύς και επιβλητικός με τα
τεράστια σκανδιναβικά λούρ και τους κελτικούς κάρνυκες που σκόρπιζαν τον τρόμο στις μάχες, ενώ οι βάρδοι φύλαγαν την ιστορία των λαών μέσα από τις χορδές της λύρας τους. Με την επικράτηση του χριστιανισμού, η μουσική κλείστηκε στα μοναστήρια και πήρε τη μορφή του γρηγοριανού μέλους, μια μονοφωνική και απόκοσμη ψαλμωδία που γέμιζε τους πέτρινους ναούς. Εκεί γεννήθηκε η ανάγκη να γραφτεί ο ήχος στο χαρτί, με τον Γκουίντο ντ’ Αρέτσο να επινοεί το πεντάγραμμο και τις νότες, δίνοντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα στη μουσική να ταξιδέψει αναλλοίωτη σε όλη την ήπειρο. Σύντομα η μονοφωνία έδωσε τη θέση της στην πολυφωνία, όπου δύο και τρεις φωνές άρχισαν να πλέκονται μεταξύ τους δημιουργώντας σύνθετες ηχητικές δομές, την ίδια στιγμή που έξω από τους ναούς οι τροβαδούροι τραγουδούσαν για τον ιπποτικό έρωτα και τις περιπέτειες στα κάστρα.
Στην Αναγέννηση ο άνθρωπος μπήκε στο επίκεντρο και η μουσική έγινε πιο καθαρή και ισορροπημένη, με το μαδριγάλι να κυριαρχεί στις αυλές και τους συνθέτες να προσπαθούν να ζωγραφίσουν με τις νότες τα συναισθήματα των κειμένων. Η μετάβαση στο Μπαρόκ έφερε την επανάσταση της όπερας, όπου το δράμα και η μουσική ενώθηκαν σε ένα εκρηκτικό σύνολο. Ο Βιβάλντι έδωσε ταχύτητα και χρώμα στο βιολί, ενώ ο Μπαχ έφτασε τη μουσική σε μια μαθηματική και πνευματική τελειότητα που παραμένει αξεπέραστη, χτίζοντας φούγκες που μοιάζουν με περίπλοκα αρχιτεκτονήματα. Ο Χέντελ πρόσθεσε τη μεγαλοπρέπεια των ορατορίων, προετοιμάζοντας το έδαφος για τον Κλασικισμό. Εκεί, ο Μότσαρτ και ο Χάυντν αναζήτησαν την απόλυτη τάξη και την κομψότητα, δημιουργώντας συμφωνίες που λάμπουν από διαύγεια και ευφυΐα. Όλα όμως ανατράπηκαν από τον Μπετόβεν, ο οποίος έσπασε τα δεσμά της πειθαρχίας και μετέτρεψε τη μουσική σε μια προσωπική κραυγή ελευθερίας και πάθους, ανοίγοντας την πόρτα στον Ρομαντισμό.
Κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, η μουσική έγινε το απόλυτο μέσο έκφρασης της ψυχής. Ο Σοπέν χάρισε στο πιάνο μια ποιητική ευαισθησία, ο Λιστ το μετέτρεψε σε όργανο επίδειξης δύναμης και ο Τσαϊκόφσκι έφερε το βάθος της ρωσικής μελαγχολίας στις μεγάλες ορχήστρες. Στην όπερα, ο Βέρντι ύμνησε τον άνθρωπο και την πατρίδα, ο Πουτσίνι συγκίνησε με τον ωμό ρεαλισμό του και ο Βάγκνερ δημιούργησε μυθικά σύμπαντα που άλλαξαν για πάντα την αντίληψη για την αρμονία. Καθώς πλησίαζε ο εικοστός αιώνας, οι εθνικές σχολές αναζήτησαν τις ρίζες τους στους λαϊκούς θρύλους, ενώ ο Ντεμπυσί στη Γαλλία άρχισε να διαλύει τις σταθερές γραμμές της μελωδίας δημιουργώντας ηχητικούς πίνακες που έμοιαζαν με όνειρα. Η τελική ρήξη ήρθε με τον Στραβίνσκι, του οποίου οι άγριοι και πρωτόγονοι ρυθμοί συγκλόνισαν την Ευρώπη, και τον Σένμπεργκ, που κατήργησε τις παραδοσιακές κλίμακες οδηγώντας τη μουσική στην ατονικότητα. Αυτή η πορεία χιλιάδων ετών έκλεισε έναν κύκλο απόλυτης δημιουργίας, αφήνοντας πίσω της μια κληρονομιά που καθόρισε τον παγκόσμιο πολιτισμό πριν ο ήχος παραδοθεί στις νέες τεχνολογίες και τις ριζοσπαστικές αναζητήσεις του σύγχρονου κόσμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου