Αν το ρωσικό γκούσλι είναι ο ψίθυρος του δάσους, η βαλκανική γκούσλε είναι η κραυγή του βουνού. Στα άγρια τοπία της Σερβίας, του Μαυροβουνίου, της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, η γκούσλε υπήρξε για αιώνες το μοναδικό «σχολείο», η μοναδική «εφημερίδα» και το μοναδικό «δικαστήριο».
Πρόκειται για ένα όργανο που δεν στοχεύει στην αισθητική απόλαυση με τη δυτική έννοια. Ο ήχος του είναι τραχύς, μονότονος, σχεδόν υπνωτικός. Ο σκοπός του δεν είναι να σε κάνει να χορέψεις, αλλά να σε κάνει να θυμηθείς. Στα Βαλκάνια, ο Guslar (ο παίκτης της γκούσλε) ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε ζωντανή τη φλόγα της ελευθερίας κατά τη διάρκεια των πέντε αιώνων οθωμανικής κυριαρχίας
1. Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ: ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΣΦΕΝΔΑΜΟΥ
Η ποιότητα του ήχου εξαρτάται κατά 70% από την επιλογή του δέντρου. Ο παραδοσιακός οργανοποιός αναζητά τον ορεινό σφένδαμο (Acer helreichii), γνωστό στα Βαλκάνια ως Gorski Javor.
Η Ηλικία: Το δέντρο πρέπει να είναι τουλάχιστον 50-80 ετών.
Η Κοπή: Η κοπή γίνεται πάντα τον χειμώνα, όταν οι χυμοί του δέντρου είναι στάσιμοι («το δέντρο κοιμάται»). Αυτό εξασφαλίζει ότι το ξύλο δεν θα σκεβρώσει και δεν θα ανοίξει ρωγμές κατά την ξήρανση.
Ο Προσανατολισμός: Πολλοί τεχνίτες επιλέγουν τη βόρεια πλευρά του κορμού, όπου οι δακτύλιοι ανάπτυξης είναι πιο πυκνοί, προσφέροντας καλύτερη αντήχηση.
