Η εμφάνιση της Λαϊκής Κιθάρας μετά το 1922 αποτελεί έναν από τους πιο καθοριστικούς σταθμούς της ελληνικής οργανοποιίας. Οι Αρμένηδες πρόσφυγες οργανοποιοί, κουβαλώντας την τεχνογνωσία των μεγάλων εργαστηρίων της Σμύρνης και της Πόλης, εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Κοκκινιά και τον Πειραιά, διαμορφώνοντας αυτό που σήμερα ονομάζουμε «ρεμπέτικη» ή «λαϊκή» κιθάρα.
Εμβληματικές μορφές όπως ο Αγκόπ Τερζιβασιάν, ο Κεβόρκ Απαρτιάν και ο Ονίκ,
δημιούργησαν όργανα με πολύ συγκεκριμένο ηχητικό και κατασκευαστικό προσανατολισμό, προκειμένου η κιθάρα να πάψει να είναι ένα απλό συνοδευτικό όργανο και να γίνει ο στιβαρός «στύλος» της λαϊκής ορχήστρας.
ΤΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΗΔΩΝ
Η λαϊκή κιθάρα των Αρμένηδων δεν ήταν μια κλασική κιθάρα με μεταλλικές χορδές, αλλά ένα όργανο με ειδική αρχιτεκτονική:
Το Σκάφος: Χρησιμοποιούσαν κυρίως Ελληνική Καρυδιά για την πλάτη και τα πλαϊνά. Η καρυδιά έδινε έναν ήχο «ξερό», με γρήγορη απόκριση και χωρίς περιττές αντηχήσεις, επιτρέποντας στα «μπασοκίθαρα» να ακούγονται πεντακάθαρα δίπλα στο μπουζούκι.
Το Καπάκι: Επιλεγμένο έλατο, αλλά με μια ιδιαιτερότητα στα καμάρια (bracing). Αντί για την ακτινωτή διάταξη της κλασικής κιθάρας, χρησιμοποιούσαν συχνά παράλληλα καμάρια (ladder bracing), που έδιναν στο όργανο μια πιο επιθετική
