ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ, ΤΟ CHITLIN’ CIRCUIT ΚΑΙ Η ΕΚΡΗΞΗ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ
Η ιστορία του Jimi Hendrix δεν ξεκινά με τη φωτιά στο Monterey ούτε με τον εθνικό ύμνο στο Woodstock. Ξεκινά στις φτωχογειτονιές του Σιάτλ και στις ατελείωτες, εξαντλητικές περιοδείες του λεγόμενου «Chitlin’ Circuit». Γεννημένος ως Johnny Allen Hendrix στις 27 Νοεμβρίου 1942, ο νεαρός Jimi μεγάλωσε μέσα
στη στέρηση, την οικογενειακή αστάθεια και την κοινωνική απομόνωση. Η κιθάρα δεν ήταν απλώς ένα χόμπι για εκείνον· ήταν το καταφύγιό του από έναν κόσμο που φαινόταν εχθρικός. Όντας αριστερόχειρας σε μια εποχή που δεν υπήρχαν εύκολα προσβάσιμες κιθάρες για αριστερόχειρες, έμαθε να γυρίζει τις δεξιοχειρες κιθάρες ανάποδα. Αυτή η φαινομενικά απλή προσαρμογή έμελλε να αλλάξει την ίδια τη φυσική του ήχου: η διαφορετική τάση των χορδών και η γωνία των μαγνητών της Fender Stratocaster δημιούργησαν ένα εντελώς ιδιόμορφο ηχητικό αποτύπωμα.
Μετά από μια σύντομη θητεία στην 101η Αερομεταφερόμενη Ταξιαρχία του αμερικανικού στρατού, από την οποία απολύθηκε το 1962, ο Hendrix βούτηξε στον σκληρό πυρήνα της αμερικανικής R&B και soul σκηνής. Το Chitlin’ Circuit ήταν το δίκτυο των αφροαμερικανικών κέντρων διασκέδασης, θεάτρων και κλαμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια των φυλετικών διακρίσεων. Εκεί, ο Hendrix εργάστηκε ως sideman (κιθαρίστας συνοδείας) δίπλα σε θρύλους όπως οι Isley Brothers, ο Little Richard, ο King Curtis και ο Curtis Knight.
Αυτή η περίοδος υπήρξε το πιο σκληρό αλλά και αποτελεσματικό σχολείο για τον Hendrix. Δίπλα στους Isley Brothers έμαθε τη σημασία του ρυθμικού groove, της απόλυτης ακρίβειας στον χρόνο και της εκρηκτικής σκηνικής παρουσίας. Με τον Little Richard ήρθε σε επαφή με το απόλυτο ροκ εν ρολ θέατρο, αν και η συνεργασία τους έληξε απότομα επειδή ο Little Richard δεν ανειχόταν κανέναν να κλέβει την παράσταση από αυτόν. Παίζοντας επί ώρες κάθε νύχτα σε κακοφωτισμένα κλαμπ, ο Hendrix ανέπτυξε μια τεχνική rhythm & blues κιθάρας που συνδύαζε ταυτόχρονα μπασογραμμές, συγχορδίες και σόλο γεμίσματα. Παράλληλα, υιοθέτησε τα θεατρικά τεχνάσματα της εποχής: να παίζει την κιθάρα πίσω από την πλάτη, με τα δόντια ή πεσμένος στα γόνατα—τεχνικές που αργότερα σοκάρισαν το ευρωπαϊκό κοινό, αλλά στο Chitlin' Circuit ήταν απλώς τακτικά εργαλεία επιβίωσης για να κερδίσει την προσοχή του κοινού.
Η μεγάλη καμπή ήρθε το καλοκαίρι του 1966 στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης. Εκεί, στο Cafe Wha?, ο Chas Chandler, μπασίστας των Animals, είδε τον Hendrix να ερμηνεύει μια αργή, ηλεκτρισμένη εκδοχή του "Hey Joe". Ο Chandler διέκρινε αμέσως ότι αυτός ο νεαρός Αμερικανός διαέθετε κάτι που ξεπερνούσε οτιδήποτε υπήρχε στη μουσική βιομηχανία εκείνης της εποχής. Τον έπεισε να τον ακολουθήσει στο Λονδίνο με την υπόσχεση ότι θα τον γνωρίσει στον Eric Clapton.
Τον Σεπτέμβριο του 1966, ο Hendrix προσγειώνεται στο Λονδίνο, την τότε πρωτεύουσα της ψυχεδελικής και ροκ επανάστασης. Μέσα σε λίγες ημέρες, σχηματίζονται οι Jimi Hendrix Experience, με τον Noel Redding στο μπάσο και τον Mitch Mitchell στα τύμπανα. Η πρώτη εμφάνιση του Hendrix στη σκηνή, όταν ανέβηκε να τζαμάρει με τους Cream στο "Killing Floor" του Howlin' Wolf, έμεινε στην ιστορία. Ο Eric Clapton αποχώρησε από τη σκηνή σοκαρισμένος, συνειδητοποιώντας ότι ο άγνωστος Αμερικανός είχε μόλις επαναπροσδιορίσει τα όρια της ηλεκτρικής κιθάρας. Μέσα σε ελάχιστους μήνες, το Λονδίνο προσκυνούσε το νέο φαινόμενο, με τους Beatles, τους Rolling Stones και τους Who να παρακολουθούν εκστασιασμένοι κάθε του εμφάνιση.
ΚΕΙΜΕΝΟ 2: Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΛΜΠΟΥΜ, ΤΟ MONTEREY ΚΑΙ Η ΗΧΗΤΙΚΗ ΑΛΧΗΜΕΙΑ
Η δισκογραφική παρουσία των Jimi Hendrix Experience από το 1967 έως το 1968 αποτελεί ένα από τα πιο πυκνά και επιδραστικά κεφάλαια στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, ο Hendrix ηχογράφησε τρία στούντιο άλμπουμ που μεταμόρφωσαν την ηλεκτρική κιθάρα από απλό έγχορδο όργανο σε έναν πολυφωνικό, ηλεκτρονικό συνθετητή.
Το ντεμπούτο άλμπουμ Are You Experienced (1967) έσκασε σαν μουσική βόμβα. Κομμάτια όπως τα "Purple Haze", "Foxy Lady", "Fire" και "The Wind Cries Mary" παρουσίασαν έναν παντρεμένο ήχο από παραδοσιακά blues, ψυχεδέλεια και ωμή ηλεκτρική δύναμη. Ο Hendrix χρησιμοποίησε το feedback (ανατροφοδότηση) των ενισχυτών Marshall όχι ως λάθος ή θόρυβο, αλλά ως μουσική νότα. Σε συνεργασία με τον μηχανικό ήχου Roger Mayer, εισήγαγε καινοτομίες όπως το πετάλι Octavia (που πρόσθετε μια οκτάβα ψηλότερα στο σήμα) και το Fuzz Face, δημιουργώντας έναν ήχο γεμάτο όγκο, διάρκεια (sustain) και παραμόρφωση.
Τον Ιούνιο του 1967, ο Hendrix επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να εμφανιστεί στο Monterey Pop Festival, ύστερα από θερμή παράκληση του Paul McCartney. Η εμφάνιση αυτή σφράγισε την παγκόσμια κυριαρχία του. Στο τέλος του "Wild Thing", ο Hendrix γονάτισε μπροστά στην Fender Stratocaster του, της έβαλε φωτιά, την προσέφερε ως θυσία στο κοινό και την έσπασε πάνω στους ενισχυτές. Η εικόνα του Hendrix να «επικαλείται» τις φλόγες έγινε το απόλυτο σύμβολο της ψυχεδελικής δεκαετίας του '60.
Στα τέλη της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε το Axis: Bold as Love (1967), ένα άλμπουμ που έδειξε τη λυρική, ποιητική και συνθετική του ωριμότητα. Τραγούδια όπως το "Little Wing" και το "Castles Made of Sand" αποκάλυψαν τη μοναδική του ικανότητα να υφαίνει ρυθμικά μοτίβα με μελωδικά σόλο ταυτόχρονα, ενώ παράλληλα πειραματίστηκε με την τεχνική του stereo flanging στο στούντιο, δίνοντας την αίσθηση ότι ο ήχος κινείται μέσα στον χώρο.
Το αποκορύφωμα της καλλιτεχνικής του ανεξαρτησίας ήρθε το 1968 με το διπλό άλμπουμ Electric Ladyland. Έχοντας τον πλήρη έλεγχο της παραγωγής, ο Hendrix μετέτρεψε το στούντιο Record Plant της Νέας Υόρκης σε ένα εργαστήριο ήχου. Εδώ περιλαμβάνεται η μνημειώδης διασκευή του στο "All Along the Watchtower" του Bob Dylan—μια εκτέλεση τόσο συγκλονιστική που ο ίδιος ο Dylan δήλωσε ότι πλέον το τραγούδι ανήκε στον Hendrix. Παράλληλα, το "Voodoo Child (Slight Return)" παρέμεινε το απόλυτο μανιφέστο της wah-wah blues κιθάρας, συμπυκνώνοντας όλη τη δύναμη και την τεχνική του σε πέντε λεπτά καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας.
ΚΕΙΜΕΝΟ 3: ΤΟ WOODSTOCK, ΤΟ ELECTRIC LADY STUDIO ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Το 1969, οι Jimi Hendrix Experience διαλύθηκαν κάτω από το βάρος της εξαντλητικής πίεσης, των οικονομικών διαμαχών και των δημιουργικών διαφωνιών. Ο Hendrix αναζητούσε νέες μουσικές κατευθύνσεις, επιθυμώντας να ξεφύγει από την εικόνα του «άγριου περφόρμερ» που καίει κιθάρες και να εστιάσει στη βαθύτερη ουσία της μουσικής του, συνδέοντας τα blues με την τζαζ και τη funk.
Στις 18 Αυγούστου 1969, ο Hendrix εμφανίστηκε στο Φεστιβάλ του Woodstock ως ο πιο ακριβοπληρωμένος καλλιτέχνης της διοργάνωσης, επικεφαλής ενός διευρυμένου σχήματος με την ονομασία Gypsy Sun and Rainbows. Η εμφάνισή του το πρωί της Δευτέρας πέρασε στην ιστορία κυρίως για την αποδομητική ερμηνεία του αμερικανικού εθνικού ύμνου ("The Star-Spangled Banner"). Χρησιμοποιώντας αποκλειστικά την κιθάρα του, το feedback και το whammy bar, αναπαρήγαγε τους ήχους από βόμβες που πέφτουν, ρουκέτες που εκρήγνυνται και κραυγές απελπισίας. Η εκτέλεση αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα το ισχυρότερο, πιο συγκλονιστικό μουσικό σχόλιο κατά του Πολέμου του Βιετνάμ, φανερώνοντας την πολιτική και κοινωνική διάσταση της τέχνης του χωρίς τη χρήση ούτε μίας λέξης.
Στη συνέχεια, σχημάτισε τους Band of Gypsys με τον Buddy Miles στα τύμπανα και τον Billy Cox στο μπάσο—ένα αμιγώς αφροαμερικανικό σχήμα που έθεσε τις βάσεις για την εξέλιξη της funk rock και της soul. Οι ηχογραφήσεις τους στο Fillmore East την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1970 αποκάλυψαν έναν ακόμα πιο βαρύ, ρυθμικό και πολιτικοποιημένο Hendrix, με κομμάτια όπως το "Machine Gun".
Παράλληλα, ο Hendrix επένδυσε το όραμά του στη δημιουργία του Electric Lady Studios στη Νέα Υόρκη, ενός πρωτοποριακού στούντιο ηχογραφήσεων σχεδιασμένου ειδικά για τις δικές του απαιτήσεις. Ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που απέκτησε το δικό του ανεξάρτητο στούντιο, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μετέπειτα αυτονομία των μουσικών.
Δυστυχώς, η σωματική και πνευματική εξάντληση, οι νομικές διαμάχες με πρώην μάνατζερ και η επικίνδυνη χρήση ουσιών κατέβαλαν τον οργανισμό του. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1970, ο Jimi Hendrix βρέθηκε νεκρός στο ξενοδοχείο Samarkand στο Λονδίνο, σε ηλικία μόλις 27 ετών, από ασφυξία συνεπεία λήψης βαρβιτουρικών.
Ο πρόωρος χαμός του τον κατέταξε στο θλιβερό «Club 27», δίπλα στην Janis Joplin, τον Jim Morrison, τον Kurt Cobain και την Amy Winehouse. Ωστόσο, η κληρονομιά που άφησε πίσω του μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια παγκόσμιας παρουσίας είναι ανυπολόγιστη. Ο Hendrix δεν άλλαξε απλώς τον τρόπο που παίζεται η κιθάρα· άλλαξε τον τρόπο που ακούμε τη μουσική. Ένωσε τα blues του Δέλτα με την ψυχεδέλεια, τη funk με τη σκληρή ροκ, και την τεχνολογία με την απόλυτη συναισθηματική έκφραση. Η κιθάρα στα χέρια του δεν ήταν πλέον ένα μουσικό όργανο, αλλά η ίδια η φωνή της ψυχής του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου