Η Chitarpa αποτελεί ένα εξαιρετικά σπάνιο και συναρπαστικό παράδειγμα της οργανοποιίας των αρχών του 20ού αιώνα, τότε που οι κατασκευαστές πειραματίζονταν έντονα με τη δημιουργία υβριδικών οργάνων για να πετύχουν νέους ηχητικούς συνδυασμούς και μεγαλύτερη ηχητική ένταση.
Το όργανο που κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ο Giovan Battista Noceti το 1904 συνδυάζει, όπως μαρτυρά και το όνομά του, τα χαρακτηριστικά της κιθάρας (chitarra) και της άρπας (arpa).
Τα Κύρια Χαρακτηριστικά της Chitarpa
Υβριδικός Σχεδιασμός: Το σώμα του οργάνου δανείζεται τη φιλοσοφία της άρπας ως προς τη διάταξη ή την έκταση των χορδών (συχνά περιλαμβάνοντας επιπλέον μπάσες, ανοιχτές χορδές που δεν πατιούνται στο μπράτσο, παρόμοια με τις harp-guitars της εποχής), ενώ διατηρεί την τεχνική παιξίματος και το μπράτσο της κιθάρας.
Ιδιότυπη Ηχοσανίδα (Καπάκι): Το σχήμα του ηχείου είναι ειδικά μελετημένο και ασύμμετρο, ξεφεύγοντας από τις κλασικές καμπύλες της κιθάρας, με σκοπό να μεγιστοποιήσει την αντήχηση και να προσφέρει έναν βαθύ, γεμάτο ήχο που προσεγγίζει τον αιθέριο χαρακτήρα της άρπας.
Βάση Υποστήριξης Δαπέδου: Λόγω του αυξημένου μεγέθους, του βάρους αλλά και του ιδιαίτερου σχήματός της, η Chitarpa διέθετε ενσωματωμένη βάση ή πόδι στήριξης στο έδαφος. Αυτό επέτρεπε στον μουσικό να παίζει ξεκούραστα, χωρίς να καταπονείται από το βάρος του οργάνου, διατηρώντας παράλληλα τη σωστή γωνία κλίσης.
Αυτού του είδους οι πατέντες αντανακλούν τη ρομαντική αναζήτηση της εποχής για όργανα που θα μπορούσαν να σταθούν σε μεγάλες αίθουσες συναυλιών, προσφέροντας τον πλούτο μιας ορχήστρας μέσω ενός και μόνο εκτελεστή.
Ο Τρόπος Κουρδίσματος της Chitarpa
Η Chitarpa του Noceti σχεδιάστηκε για να διευρύνει την τονική έκταση της κλασικής κιθάρας, ακολουθώντας τη λογική των «ανοιχτών» χορδών που συναντάμε στην άρπα.
Οι Χορδές του Ταστιέρας (Κιθάρα): Το βασικό μέρος του οργάνου διέθετε το κλασικό κούρδισμα μιας εξάχορδης κιθάρας (Μι, Λα, Ρε, Σολ, Σι, Μι), επιτρέποντας στον μουσικό να χρησιμοποιεί τις γνωστές συγχορδίες και τεχνικές δακτυλοθεσίας στο μπράτσο.
Οι Παράλληλες Μπάσες Χορδές (Άρπα): Εκτός ταστιέρας, το όργανο έφερε μια σειρά από ελεύθερες (ανοιχτές) χορδές, οι οποίες δεν πατιούνταν με το αριστερό χέρι αλλά δονούνταν ελεύθερα. Αυτές κουρδίζονταν σε διατονική κλίμακα (κατά κανόνα κατιούσα, προεκτείνοντας τις μπάσες νότες κάτω από τη χαμηλή Μι), λειτουργώντας ακριβώς όπως οι χορδές της άρπας για την εκτέλεση βαθιών μπάσων περασμάτων ή για να δημιουργούν πλούσια συμπαθητική αντήχηση.
Οι Διαφορές από τις Άλλες Harp-Guitars της Εποχής
Αν και η Chitarpa ανήκει γενικότερα στην οικογένεια της harp-guitar (μια κατηγορία που γνώρισε τεράστια άνθιση στην Ευρώπη και την Αμερική μεταξύ 1890 και 1920), διαφοροποιείται σημαντικά σε τρία βασικά σημεία:
| Χαρακτηριστικό | Chitarpa (Noceti, 1904) | Κλασικές Harp-Guitars (π.χ. Gibson, Mozzani) |
| Αρχιτεκτονική Σώματος | Ενιαίο, έντονα ασύμμετρο ηχείο που εκτείνεται προς τα κάτω, ενσωματώνοντας τον χώρο αντήχησης των μπάσων χορδών σε μια ενιαία γεωμετρία. | Συνήθως διέθεταν έναν δεύτερο, ξεχωριστό «κούφιο βραχίονα» (hollow arm) που έβγαινε από το πάνω μέρος του σώματος για να κρατά τις μπάσες χορδές. |
| Στήριξη και Μέγεθος | Σχεδιασμένη ως όργανο μεγάλων διαστάσεων με σταθερή βάση δαπέδου. Ο μουσικός έπαιζε καθιστός, με το όργανο να στηρίζεται αυτόνομα στο έδαφος. | Φορητά όργανα που ο μουσικός κρατούσε στην αγκαλιά του, παρόμοια με μια βαριά, υπερμεγέθη κιθάρα. |
| Ηχητική Φιλοσοφία | Στόχευε στην καθαρή μίμηση του ηχοχρώματος της άρπας, με την ηχοσανίδα να είναι έτσι κατασκευασμένη ώστε να δίνει έμφαση στα λαμπερά πρίμα και τα αιθέρια σβησίματα (decay) των χορδών. | Εστίαζαν κυρίως στην αύξηση της έντασης (volume) και του όγκου των μπάσων, ώστε να αντικαθιστούν το κοντραμπάσο σε μαντολινάτες και ορχήστρες της εποχής. |

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου