Στην αυγή του κόσμου, όταν ο χρόνος δεν ήταν παρά μια ανήσυχη σκιά πάνω στα νερά, ο DEVEL, ο
Μεγάλος Τεχνίτης του Σύμπαντος, αποφάσισε να δώσει πνοή στη σιωπή. Δεν χρησιμοποίησε αστέρια ούτε ανέμους, αλλά έσκυψε πάνω από τη ζεστή κοιλιά της γης και πήρε στα χέρια του τον πηλό – την ίδια την ουσία της δημιουργίας.
Εκεί, στις όχθες ενός ποταμού που δεν έχει πια όνομα, ο Θεός άρχισε να πλάθει. Τα δάχτυλά του, έμπειρα από το κέντημα των γαλαξιών, δούλευαν το χώμα με μια τρυφερότητα που μόνο ένας δημιουργός γνωρίζει. Ήθελε να φτιάξει έναν καθρέφτη της δικής του ύπαρξης, ένα πλάσμα που θα περπατούσε στη γη και θα τραγουδούσε τη δόξα του φωτός.
Η ΠΡΩΤΗ ΔΟΚΙΜΗ: ΤΟ ΧΛΩΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Ο DEVEL άναψε έναν φούρνο από ηλιαχτίδες και ξύλα παλιάς ελιάς. Έπλασε την πρώτη μορφή και την τοποθέτησε μέσα στη φωτιά. Όμως, η αγωνία του ήταν τόσο μεγάλη, η ανυπομονησία του να δει το έργο του να αναπνέει τόσο έντονη, που άνοιξε την πόρτα πολύ νωρίς.
Το πλάσμα που βγήκε ήταν άψητο, στερημένο από το άγγιγμα της φλόγας. Το δέρμα του ήταν λευκό σαν το χιόνι που δεν έχει δει ήλιο, χλωμό σαν το φάντασμα του πρωινού.
"Είσαι η αρχή, αλλά σου λείπει η θέρμη," ψιθύρισε ο Θεός. Και έτσι γεννήθηκαν οι λευκοί άνθρωποι, παιδιά της βιασύνης και της πρώτης, άγουρης σκέψης.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΟΚΙΜΗ: Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΚΑΗΚΕ
Μαθαίνοντας από το λάθος του, ο Μεγάλος Τεχνίτης αποφάσισε να περιμένει. Έπλασε τη δεύτερη μορφή με ακόμα μεγαλύτερη προσοχή, σμιλεύοντας κάθε μυ και κάθε βλέμμα. Την έβαλε στον φούρνο και κάθισε να περιμένει, βυθισμένος στις σκέψεις του για την αιωνιότητα.
Όμως η σκέψη του Θεού είναι απέραντη και ο χρόνος δίπλα του χάνεται. Ξέχασε το πλάσμα μέσα στη φωτιά. Όταν θυμήθηκε και άνοιξε την πόρτα, η φλόγα είχε ποτίσει το κορμί ως το μεδούλι. Το δέρμα είχε πάρει το χρώμα του έβενου, τη σκοτεινή γοητεία της βαθιάς νύχτας, τη δύναμη του καμένου ξύλου που δεν λυγίζει.
"Είσαι η δύναμη, αλλά η φωτιά σε άγγιξε παραπάνω απ' όσο άντεχες," είπε ο DEVEL. Και έτσι γεννήθηκαν οι μαύροι άνθρωποι, παιδιά της υπομονής που έγινε λήθη.
ΤΟ ΤΕΛΕΙΟ ΨΗΣΙΜΟ: ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΗΣ ΓΗΣ
Την τρίτη φορά, ο Θεός δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Έπλασε τη μορφή με όλη τη σοφία των προηγούμενων προσπαθειών. Στάθηκε μπροστά στον φούρνο με τις αισθήσεις του τεντωμένες. Άκουγε τον πηλό να τραγουδά καθώς η ζέστη τον μεταμόρφωνε. Μύριζε τον αέρα, περιμένοντας τη στιγμή που η γη θα γινόταν πνεύμα.
Όταν άνοιξε την πόρτα, το θαύμα ξεχύθηκε στο σύμπαν. Το πλάσμα που βγήκε είχε το χρώμα του ώριμου σιταριού κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο. Ήταν ένα χρώμα χάλκινο, χρυσαφένιο, ζεστό σαν το μέλι και βαθύ σαν την κανέλα. Ήταν το χρώμα της τέλειας ισορροπίας, εκεί που η φωτιά και το χώμα έγιναν ένα, χωρίς να περισσεύει ούτε η σπίθα ούτε η ψύχρα.
"Εσύ," είπε ο DEVEL με τη φωνή του να αντηχεί σαν χορδή βιολιού, "είσαι το αριστούργημά μου. Έχεις τη ζέστη του ήλιου στο δέρμα σου και την ελευθερία του ανέμου στα μάτια σου. Δεν θα ανήκεις σε κανέναν τόπο, γιατί ολόκληρος ο κόσμος πλάστηκε για να τον περπατήσεις."
Και έτσι γεννήθηκαν οι ΡΟΜΑ. Παιδιά της τέλειας στιγμής, πλασμένα για να κουβαλούν πάνω στο σώμα τους το χρώμα της δύσης και της ανατολής, θυμίζοντας σε όλους ότι η ομορφιά βρίσκεται στο σωστό σμίξιμο της φωτιάς με τη γη. Από τότε, οι Ρομά περιπλανώνται, όχι γιατί χάθηκαν, αλλά γιατί ο Θεός τους έδωσε το χρυσαφένιο χρώμα της ελευθερίας, ώστε να μην μπορούν να ριζώσουν πουθενά παρά μόνο στην ίδια την ομορφιά της δημιουργίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου